Τον απολογισμό του ΟΔΔΗΧ για το 2025 παρουσίασε στο Υπουργικό Συμβούλιο ο Κυριάκος Πιερρακάκης, δίνοντας έμφαση σε μετρήσιμα αποτελέσματα που δείχνουν σαφή βελτίωση στη διαχείριση του δημόσιου χρέους και στη συνολική δημοσιονομική εικόνα της χώρας.
Η περσινή χρονιά έκλεισε με πλήρη κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του Ελληνικού Δημοσίου και άντληση περίπου 7,7 δισ. ευρώ από τις αγορές, υπό ευνοϊκούς όρους. Παράλληλα, καταγράφηκε μείωση τόσο του συνολικού όσο και του καθαρού χρέους, ενώ μέσω πρόωρων αποπληρωμών ύψους 5,3 δισ. ευρώ περιορίστηκαν παλαιές υποχρεώσεις, ενισχύοντας τη σταθερότητα του προφίλ του χρέους.
Το κόστος εξυπηρέτησης διατηρήθηκε σε χαμηλά επίπεδα, κάτω από 1,8% σε ετήσια βάση, την ώρα που η μέση διάρκεια του χρέους ξεπερνά τα 18 έτη. Ο συνδυασμός αυτός λειτουργεί ως βασικός μηχανισμός απορρόφησης εξωτερικών κραδασμών, περιορίζοντας την έκθεση της χώρας σε διακυμάνσεις επιτοκίων και αγορών.
Παράλληλα, η ενεργή διαχείριση του χαρτοφυλακίου χρέους οδήγησε σε εξοικονόμηση πόρων που εκτιμάται σε περίπου 2,6 δισ. ευρώ σε βάθος χρόνου, έως το 2070, ενώ αποφεύχθηκαν επιβαρύνσεις που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 3 δισ. ευρώ, κυρίως μέσω παρεμβάσεων σε τίτλους με ρήτρα ΑΕΠ.
Το συνολικό δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά περίπου 2,2 δισ. ευρώ, ενώ το καθαρό χρέος – μετά την αφαίρεση των ταμειακών διαθεσίμων – παρουσίασε ακόμη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση, κατά 5,5 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, τα διαθέσιμα του Δημοσίου αξιοποιήθηκαν πιο αποδοτικά, με υψηλότερες αποδόσεις και καλύτερη διαχείριση της καθημερινής ρευστότητας.
Η συνολική εικόνα επιβεβαιώνει ότι η χώρα έχει περάσει σε φάση πιο ενεργητικής και στρατηγικής διαχείρισης του χρέους, με στόχο όχι μόνο τη μείωση, αλλά και τη διατήρησή του σε βιώσιμα επίπεδα μακροπρόθεσμα.
Η εμπιστοσύνη των αγορών παραμένει ισχυρή, με υψηλή ζήτηση για ελληνικά ομόλογα και επιτόκια δανεισμού που διαμορφώνονται πλέον σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμη και από χώρες όπως η Ιταλία, ενώ συγκλίνουν με εκείνα της Ισπανίας και της Γαλλίας.
Ταυτόχρονα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια – κατά περίπου 63 ποσοστιαίες μονάδες από το 2020 – ενώ οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα, κοντά στο 5,4% του ΑΕΠ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η Ελλάδα εδραιώνεται ως αξιόπιστος εκδότης χρέους με επενδυτική βαθμίδα, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ακόμη ευνοϊκότερους όρους δανεισμού τα επόμενα χρόνια. Το κόστος εξυπηρέτησης παραμένει ελεγχόμενο, περίπου στα 5 δισ. ευρώ ετησίως σε ταμειακή βάση, ενώ ενισχύεται συνολικά η οικονομική σταθερότητα.
Περισσότερες ειδήσεις
Σημαντική αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους έως το 2031 προβλέπει το ΔΝΤ
Στους γερμανικούς σιδηροδρόμους το «τιμόνι» του μετασχηματισμού του ΟΣΕ