Νέες εντάσεις σκιάζουν τη συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, καθώς η Τεχεράνη χαρακτηρίζει τη συμφωνία «δήλωση ήττας των Ηνωμένων Πολιτειών», ενώ ο Donald Trump απειλεί με άμεσο τερματισμό των συνομιλιών εάν επιβεβαιωθούν πληροφορίες περί επιβολής τελών διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ. Την ίδια ώρα, παραμένουν ανοιχτές οι διαφωνίες για τις πυρηνικές επιθεωρήσεις, τη διαχείριση του στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος και τις εξελίξεις στο μέτωπο του Λιβάνου.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Euronews, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της χώρας, Mohammad Bagher Ghalibaf, χαρακτήρισε τη συμφωνία-πλαίσιο ως «δήλωση ήττας των Ηνωμένων Πολιτειών», υποστηρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ υποτίμησαν την αντοχή του Ιράν.
Μιλώντας στη σύνοδο της Κοινοβουλευτικής Ένωσης του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας στο Μπακού, ο Ghalibaf ανέφερε ότι η συμφωνία δεν προέκυψε από πιέσεις ή εξαναγκασμό, αλλά από «την αντίσταση και την ισχύ του ιρανικού έθνους».
Το βασικό σημείο τριβής παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου.
ΟTrump δήλωσε μέσω Truth Social ότι η Τεχεράνη έχει διαβεβαιώσει πως δεν θα επιβάλει «διόδια, ασφαλιστικές επιβαρύνσεις ή οποιαδήποτε άλλη χρέωση» στα διερχόμενα πλοία.
Ωστόσο προειδοποίησε ότι εάν αποδειχθεί το αντίθετο, οι διαπραγματεύσεις θα τερματιστούν άμεσα.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι τα αποδεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για αγορές τροφίμων και ιατροφαρμακευτικού υλικού από τις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων όπως καλαμπόκι, σιτάρι και σόγια.
Η Τεχεράνη απέρριψε άμεσα αυτόν τον ισχυρισμό. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Esmail Baghaei δήλωσε ότι το Ιράν θα αποφασίσει μόνο του πώς θα αξιοποιήσει τα αποδεσμευμένα κεφάλαια, με γνώμονα τα εθνικά του συμφέροντα.
Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις, η κατάσταση στην περιοχή παραμένει θολή.
Η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) διέψευσε αναφορές που αποδίδονταν στους Φρουρούς της Επανάστασης περί νέου κλεισίματος του περάσματος.
Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας παρακολούθησης ναυτιλιακής κίνησης Kpler, μόλις πέντε πλοία διήλθαν από τα Στενά την Κυριακή, έναντι 26 πλοίων την προηγούμενη ημέρα. Τη Δευτέρα οι διελεύσεις αυξήθηκαν στα 35 πλοία, το υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της σύγκρουσης, αλλά παραμένουν περίπου στο ένα τρίτο των προπολεμικών επιπέδων.
Ο Ghalibaf δήλωσε στα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης ότι τα Στενά «δεν θα επιστρέψουν ποτέ στις προπολεμικές συνθήκες», επιμένοντας ότι το Ιράν θα διατηρήσει τον έλεγχο της περιοχής.
Την ίδια ώρα, Ιράν και Ομάν ανακοίνωσαν ότι επεξεργάζονται νέο πλαίσιο κοινής διαχείρισης της θαλάσσιας οδού, με καθορισμό υπηρεσιών και πιθανών σχετικών χρεώσεων βάσει διεθνών προτύπων. Ωστόσο, αξιωματούχοι του Ομάν διευκρίνισαν ότι δεν σχεδιάζεται επιβολή τελών στη διεθνή εμπορική ναυσιπλοΐα.
Ένα ακόμη αγκάθι στις διαπραγματεύσεις αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), Ραφαέλ Γκρόσι, δήλωσε από την Ιαπωνία ότι οι επιθεωρητές θα μπορούσαν να επιστρέψουν σε ιρανικές εγκαταστάσεις μέσα στις επόμενες ημέρες.
Η Τεχεράνη ωστόσο διέψευσε ότι υπάρχει τέτοια συμφωνία.
Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Kazem Gharibabadi, ανέφερε ότι δεν έχει προγραμματιστεί πρόσβαση στις εγκαταστάσεις που επλήγησαν από τις επιθέσεις ούτε στα πυρηνικά υλικά της χώρας, ξεκαθαρίζοντας ότι το θέμα θα συζητηθεί μόνο στο πλαίσιο μιας τελικής συνολικής συμφωνίας και αφού αρθούν πλήρως οι κυρώσεις.
Στο παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων παραμένει και η σύγκρουση μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι η αποκλιμάκωση στο λιβανικό μέτωπο αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη οριστικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ.
Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ απορρίπτει αυτή την ερμηνεία. Ο υπουργός Εξωτερικών Gideon Sa’ar δήλωσε ότι η Χεζμπολάχ έχει εκτοξεύσει περισσότερες από 7.000 ρουκέτες, πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά του Ισραήλ από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα.
Παράλληλα, το Ισραήλ επιμένει στη διατήρηση ζώνης ασφαλείας έως τον ποταμό Λιτάνι, γεγονός που παραμένει ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την οριστικοποίηση οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας του Λιβάνου, οι ισραηλινές επιχειρήσεις από τον Μάρτιο έχουν προκαλέσει περισσότερους από 3.700 θανάτους, ενώ οι συνομιλίες μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ συνεχίζονται στην Ουάσιγκτον.