Συμφωνίες αμυντικού εξοπλισμού αξίας τουλάχιστον 50 δισ. δολαρίων ανακοινώθηκαν στο περιθώριο της σημερινής (7/7) Συνόδου Κορυφής του NATO στην Άγκυρα, επιβεβαιώνοντας ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη μεταφράζεται ήδη σε νέο κύκλο παραγγελιών για τη διεθνή αμυντική βιομηχανία. Παράλληλα, οι πιέσεις του Αμερικανού προέδρου Donald Trump προς τους συμμάχους για μεγαλύτερη οικονομική συνεισφορά στην κοινή άμυνα συνεχίζουν να επηρεάζουν τις αποφάσεις των κρατών-μελών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που αναμεταδίδει το Reuters, οι νέες συμφωνίες αφορούν τόσο αμερικανικές όσο και ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες, ενώ οι εξελίξεις αποτυπώθηκαν άμεσα και στις αγορές, με τη μετοχή της σουηδικής Saab να καταγράφει σημαντική άνοδο μετά τις σχετικές ανακοινώσεις.
Στο πλαίσιο του NATO Defence Industry Forum παρουσιάστηκε ένα πακέτο νέων συμφωνιών συνολικής αξίας που εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 50 δισ. δολάρια, σύμφωνα με αξιωματούχο της Συμμαχίας.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
Οι ανακοινώσεις είχαν άμεσο αντίκτυπο στις χρηματιστηριακές αγορές. Η μετοχή της Saab ενισχύθηκε κατά περισσότερο από 5%, ενώ η Morgan Stanley προχώρησε σε αναβάθμιση της μετοχής, εκτιμώντας ότι η ευρωπαϊκή επανεξοπλιστική προσπάθεια θα συνεχίσει να στηρίζει τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας.
Ο γενικός γραμματέας του NATO, Mark Rutte, κάλεσε τις χώρες-μέλη να επιταχύνουν δραστικά την παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού, προειδοποιώντας ότι το σημερινό περιβάλλον ασφαλείας δεν αφήνει περιθώρια καθυστερήσεων.
Όπως ανέφερε, η Συμμαχία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αυξημένες στρατιωτικές δυνατότητες της Ρωσίας, αλλά και με τις εξελίξεις που αφορούν την Κίνα, τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν.
«Δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου. Χρειαζόμαστε δυνατότητες τώρα ώστε να παραμείνουμε έτοιμοι. Ο ήχος των μηχανών πρέπει να γίνει βρυχηθμός», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ο Rutte σημείωσε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε σημαντικές αυξήσεις των αμυντικών δαπανών, επιχειρώντας να ενισχύσουν την αυτάρκεια της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Η επιτάχυνση των αμυντικών επενδύσεων αποτυπώνεται και στα τελευταία στοιχεία του NATO για τις αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών.
Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα ενόψει της Συνόδου Κορυφής στην Άγκυρα, πέντε χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, εκτιμάται ότι θα επιτύχουν ήδη από το 2026 τον νέο στόχο επενδύσεων ύψους 3,5% του ΑΕΠ σε βασικές αμυντικές δυνατότητες, σχεδόν μία δεκαετία πριν από την προθεσμία του 2035.
Στην κορυφή της σχετικής λίστας βρίσκεται η Λιθουανία με εκτιμώμενες αμυντικές δαπάνες 5,33% του ΑΕΠ, ακολουθούμενη από την Εσθονία (5,1%), τη Λετονία (4,92%), την Πολωνία (4,68%) και την Ελλάδα, η οποία αναμένεται να διαθέσει 3,65% του ΑΕΠ για βασικές αμυντικές ικανότητες.
Υπενθυμίζεται ότι στη Σύνοδο της Χάγης το 2025 οι ηγέτες του NATO συμφώνησαν να αυξήσουν τον στόχο των βασικών αμυντικών δαπανών από 2% σε 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035, ενώ παράλληλα δεσμεύθηκαν να επενδύουν επιπλέον 1,5% του ΑΕΠ σε υποδομές που σχετίζονται με την ασφάλεια και την άμυνα, όπως η κυβερνοασφάλεια και οι κρίσιμες υποδομές.
Συνολικά, οι ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του NATO και ο Καναδάς εκτιμάται ότι θα επενδύσουν φέτος στην άμυνα το 2,53% του ΑΕΠ τους, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή ενίσχυση των αμυντικών προϋπολογισμών στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump εμφανίστηκε επικριτικός απέναντι στους συμμάχους, δηλώνοντας ότι παραμένει απογοητευμένος από τη συμβολή αρκετών ευρωπαϊκών χωρών στις κοινές αμυντικές υποχρεώσεις.
Κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Τουρκίας Recep Tayyip Erdoğan, άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο περαιτέρω αποχώρησης αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επωμιστεί δυσανάλογο οικονομικό βάρος για την ασφάλεια της Συμμαχίας.
Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι η Ουάσιγκτον προτίθεται να άρει τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Τουρκία το 2020 για την αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400, ενώ εμφανίστηκε θετικός και στην πιθανότητα πώλησης μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Άγκυρα.
Η Σύνοδος πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν σημαντικά τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής παραγωγής.
Ωστόσο, ο ευρωπαϊκός αμυντικός κλάδος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις, όπως ο κατακερματισμός της αγοράς, οι χρονοβόρες διαδικασίες και ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ κρατών και εταιρειών, παράγοντες που, σύμφωνα με αναλυτές, περιορίζουν την ταχύτητα υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων.
Παράλληλα, οι εξελίξεις στην Ουκρανία παραμένουν στο επίκεντρο των συζητήσεων. Ο πρόεδρος Volodymyr Zelenskiy επανέλαβε το αίτημά του για ενίσχυση των συστημάτων αεράμυνας, την ώρα που οι ρωσικές επιθέσεις συνεχίζονται και οι ανάγκες της χώρας σε αμερικανικούς αναχαιτιστές παραμένουν ιδιαίτερα αυξημένες.