Στις πόλεις, το νερό της βροχής συνήθως ακολουθεί μια σύντομη διαδρομή: πέφτει στην ταράτσα, περνά από την υδρορροή και χάνεται στο δίκτυο αποχέτευσης. Ερευνητές από το University of Manchester προτείνουν μία επιπλέον… «στάση»: να αποθηκεύεται σε δεξαμενές και να επιστρέφει στην οροφή όταν αρχίζει η πολλή ζέστη.
Η ιδέα είναι απλή, μπορεί όμως να γίνει ιδιαίτερα αποτελεσματική. Αυτόματα συστήματα ψεκάζουν το συλλεγμένο νερό στην ταράτσα μόλις η επιφάνειά της φτάσει σε συγκεκριμένη θερμοκρασία. Καθώς το νερό εξατμίζεται, απορροφά θερμότητα, κρατά την οροφή πιο δροσερή και περιορίζει τη θερμότητα που περνά στο εσωτερικό του κτιρίου.
Το αποτέλεσμα είναι μικρότερη ανάγκη για κλιματισμό και, μαζί, λιγότερη θερμότητα να αποβάλλεται ξανά στους δρόμους.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Earth’s Future, χρησιμοποίησε αριθμητικές προσομοιώσεις και τεχνητή νοημοσύνη για να εξετάσει την εφαρμογή του συστήματος στο Τόκιο.
Οι ερευνητές δοκίμασαν διαφορετικούς συνδυασμούς τριών παραμέτρων:
Το βασικό εύρημα ήταν κάπως ανατρεπτικό: ο σωστός χρόνος ενεργοποίησης αποδείχθηκε σημαντικότερος από το μέγεθος της δεξαμενής.
Οι πολύ μεγάλες δεξαμενές προσέφεραν μόνο μικρά πρόσθετα οφέλη, ενώ το περισσότερο νερό δεν σήμαινε αυτομάτως και περισσότερη δροσιά. Όταν η οροφή έχει ήδη βραχεί αρκετά, το επιπλέον νερό μπορεί απλώς να παραμένει στην επιφάνεια αντί να εξατμίζεται και να αφαιρεί θερμότητα.
Οι προσομοιώσεις έδειξαν ότι η εκτεταμένη εφαρμογή του συστήματος θα μπορούσε να μειώσει τη θερμοκρασία των στεγών, την ενεργειακή κατανάλωση για ψύξη και τη θερμότητα που αποβάλλουν τα κλιματιστικά στο εξωτερικό περιβάλλον.
Ο συνδυασμός αυτός περιόρισε στα μοντέλα:
Μάλιστα, τα οφέλη ήταν μεγαλύτερα κατά τα θερμότερα έτη, γεγονός που κάνει την τεχνολογία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για πόλεις που αναζητούν τρόπους προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Η δεξαμενή δεν λειτουργεί μόνο ως «αποθήκη δροσιάς». Συγκρατώντας μέρος της βροχής, μπορεί να μειώσει και την απότομη απορροή μεγάλων ποσοτήτων νερού προς δρόμους και δίκτυα ομβρίων.
Πρόκειται επομένως για μία παρέμβαση που απαντά σε δύο αντίθετες εκφάνσεις της κλιματικής κρίσης: την ακραία ζέστη και τις έντονες βροχοπτώσεις.
«Το νερό της βροχής χρησιμοποιείται ως φυσικός πόρος για τον περιορισμό τόσο της θερμικής καταπόνησης όσο και των υδρολογικών ακραίων φαινομένων», σημειώνει ο ερευνητής Junjie Yu.
Τα αποτελέσματα προέρχονται από προσομοιώσεις και όχι από μακροχρόνια εφαρμογή σε πραγματικά κτίρια. Το κατάλληλο μέγεθος δεξαμενής και ο χρόνος ενεργοποίησης εξαρτώνται από τις βροχοπτώσεις, τον τύπο της στέγης, το κλίμα, το κόστος και τους τοπικούς κανονισμούς.
Για τις μεσογειακές πόλεις υπάρχει ακόμη μία πρακτική δυσκολία: το περισσότερο νερό πέφτει τον χειμώνα, ενώ η μεγαλύτερη ανάγκη ψύξης εμφανίζεται το καλοκαίρι. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός αποθήκευσης και όχι απλώς μια μεγάλη δεξαμενή πάνω σε κάθε ταράτσα.
Η πρόταση, άλλωστε, δεν καταργεί τον κλιματισμό, ο οποίος παραμένει κρίσιμος για την προστασία από την ακραία ζέστη. Μπορεί όμως να μειώσει το φορτίο του. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η ψύξη χώρων αποτελεί την ταχύτερα αυξανόμενη πηγή ενεργειακής ζήτησης στα κτίρια, με προβλεπόμενη άνοδο σχεδόν 4% ετησίως έως το 2035.
Το νερό της βροχής δεν αποτελεί από μόνο του απάντηση στον αστικό καύσωνα. Μαζί όμως με σκίαση, μόνωση, δέντρα, φυτεμένες ή ανακλαστικές στέγες, μπορεί να μετατρέψει τις ταράτσες από επιφάνειες που συσσωρεύουν θερμότητα σε ενεργό μέρος της άμυνας της πόλης.
Περισσότερες ειδήσεις
Τι συμβαίνει στο δίκτυο όταν όλοι ανοίγουν τα κλιματιστικά στις 3 μ.μ.;
«Χρυσάφι» αξίζουν πλέον οι δροσερές γειτονιές – Πώς οι καύσωνες αλλάζουν την αγορά κατοικίας