Ανοιχτή σε οικονομικές συμφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά χωρίς πρόθεση να προχωρήσει σε πολιτικές παραχωρήσεις για την Ουκρανία, εμφανίζεται η Ρωσία, την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump επιχειρεί να δώσει νέα ώθηση στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Την ίδια στιγμή, η οικονομική προσέγγιση των δύο πλευρών αποκτά και πρακτικό ενεργειακό αποτύπωμα, καθώς το πρώτο δεξαμενόπλοιο με ρωσικό diesel και προορισμό τις ΗΠΑ αναμένεται να αναχωρήσει την Πέμπτη (22/10). Σύμφωνα με το Reuters, ο Ρώσος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Alexander Novak ανακοίνωσε σήμερα (21/10) ότι το πρώτο δεξαμενόπλοιο, χωρητικότητας περίπου 40.000 τόνων, προγραμματίζεται να αναχωρήσει αύριο ενώ διευκρίνισε ότι οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της σχετικής σύμβασης βρίσκονται στο τελικό στάδιο και ότι θα ακολουθήσουν επιπλέον αποστολές.
Η εξέλιξη έρχεται σε συνέχεια της συμφωνίας που ανακοίνωσε ο Donald Trump στις 9 Οκτωβρίου, βάσει της οποίας η Ρωσία θα διαθέσει αρχικά 300.000 τόνους diesel στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά, ακόμη 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και επιπλέον 1 εκατ. τόνους στη συνέχεια.
Το μήνυμα της Μόσχας είναι σαφές, με την αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων και την ενδεχόμενη χαλάρωση των κυρώσεων να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης με την Ουάσιγκτον, όχι όμως με αντάλλαγμα την αναθεώρηση των βασικών πολιτικών θέσεων της ρωσικής πλευράς.
Τη στάση αυτή αποτύπωσε ο υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov, ενόψει της σημερινής συνάντησης του Ρώσου προέδρου Vladimir Putin με τον Αμερικανό ειδικό απεσταλμένο Steve Witkoff στην Αγία Πετρούπολη.
Μιλώντας σε νέους διπλωμάτες, ο Sergey Lavrov ξεκαθάρισε ότι η Ρωσία είναι διατεθειμένη να εξετάσει τις προτάσεις των Αμερικανών διαπραγματευτών Steve Witkoff και Jared Kushner, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξυπηρετούν τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά της συμφέροντα.
«Θα δούμε τι προτείνουν. Αν μας προσφέρουν κάτι οικονομικά και χρηματοοικονομικά επωφελές, γιατί όχι;», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Έσπευσε, ωστόσο, να διευκρινίσει ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν μπορεί να συνοδεύεται από πολιτικές παραχωρήσεις εκ μέρους της Μόσχας.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών εμφανίστηκε επίσης επιφυλακτικός ως προς τη διάρκεια ενδεχόμενων αμερικανικών δεσμεύσεων, επισημαίνοντας ότι μια επόμενη κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την πολιτική της έναντι της Ρωσίας.
Στο μεταξύ, νέα κινητικότητα καταγράφεται στο διπλωματικό πεδίο, καθώς ο Vladimir Putin υποδέχθηκε την Τετάρτη (21/10) τον Steve Witkoff στην Αγία Πετρούπολη, με αντικείμενο τις αμερικανικές προτάσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε μετά τις συνομιλίες που είχε ο Αμερικανός απεσταλμένος με τον Ουκρανό πρόεδρο Volodymyr Zelenskyy και Ευρωπαίους ηγέτες στο Όσλο, όπου συζητήθηκαν ζητήματα εγγυήσεων ασφαλείας, μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Putin έθεσε επίσης την προοπτική συνάντησής του με τον Donald Trump στην Κίνα, ενώ δήλωσε έτοιμος να συζητήσει την αποκατάσταση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον.
Η ρωσική πλευρά εξακολουθεί πάντως να επιμένει σε βασικές απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων ο πλήρης έλεγχος της περιφέρειας του Donetsk και η μη ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, θέσεις που αποτελούν σημαντικά εμπόδια για μια ειρηνευτική συμφωνία.
Το οικονομικό σκέλος των διαπραγματεύσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την πρόσφατη συμφωνία της αμερικανικής κυβέρνησης με τη Ρωσία για την προμήθεια ρωσικού diesel, η οποία συνοδεύτηκε από χαλάρωση σχετικών περιορισμών.
Η κίνηση εισαγωγής ρωσικού ντιζελ στις ΗΠΑ, εντάσσεται στην προσπάθεια της Ουάσιγκτον να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές των καυσίμων, αναζωπυρώνοντας παράλληλα τη συζήτηση για τη χρήση των ενεργειακών συναλλαγών ως διπλωματικού εργαλείου. Κατά τη συνάντησή του με τον Witkoff, ο Putin υποστήριξε ότι η συμφωνία συνέβαλε ήδη σε μείωση των διεθνών τιμών του diesel κατά 5%-6%, ποσοστό που αποδίδεται στη ρωσική πλευρά.
Παράλληλα, σύμφωνα με προηγούμενο δημοσίευμα του Reuters, που επικαλείται τους New York Times, στις αμερικανορωσικές επαφές έχουν εξεταστεί και πιθανές συμφωνίες μεγάλης οικονομικής αξίας γύρω από διεθνή περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil.
Ωστόσο, οι εμπορικές αυτές προοπτικές δεν συνεπάγονται μέχρι στιγμής αντίστοιχη μεταβολή της ρωσικής στάσης στο ουκρανικό ζήτημα.
Την εκτίμηση ότι η Ρωσία θα μπορούσε να προχωρήσει σε οικονομικούς συμβιβασμούς, χωρίς να υποχωρήσει σε ζητήματα που θεωρεί στρατηγικής σημασίας, διατύπωσε και η πολιτική επιστήμονας Lyudmila Adilova, σε δηλώσεις της στο ρωσικό Pravda.Ru.
Σύμφωνα με την ίδια, οι οικονομικές διευκολύνσεις έχουν μικρότερη σημασία για τη Μόσχα από τις πολιτικές διεκδικήσεις της, ενώ εκτιμά ότι ο Trump προσεγγίζει τις σχέσεις με τη Ρωσία με γνώμονα κυρίως τα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ.
Η Adilova αναφέρθηκε επίσης στο ενδεχόμενο μιας συμφωνίας στην οποία η Κίνα θα μπορούσε να αναλάβει ρόλο εγγυητή. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση και όχι για επιβεβαιωμένο πλαίσιο διαπραγματεύσεων.
Παρά τη νέα διπλωματική κινητικότητα, το χάσμα μεταξύ Μόσχας και Κιέβου παραμένει μεγάλο, ιδιαίτερα ως προς τα κατεχόμενα εδάφη, τις εγγυήσεις ασφαλείας και τους όρους μιας ενδεχόμενης κατάπαυσης του πυρός.
Το βασικό ερώτημα πλέον είναι εάν η οικονομική προσέγγιση ΗΠΑ και Ρωσίας, με πρώτο χειροπιαστό παράδειγμα τη συμφωνία για το diesel, μπορεί να δημιουργήσει περιθώρια ουσιαστικής διαπραγμάτευσης ή εάν οι πολιτικές απαιτήσεις της Μόσχας θα εξακολουθήσουν να εμποδίζουν την επίτευξη συμφωνίας.