Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την Τρίτη (16/6) τη συμφωνία εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ που είχε συμφωνηθεί το περασμένο καλοκαίρι μεταξύ του Donald Trump και της Ursula von der Leyen στο Turnberry της Σκωτίας, ανοίγοντας τον δρόμο για την πλήρη εφαρμογή ενός συμβιβασμού που χαρακτηρίζεται από πολλούς ως αναγκαίος αλλά άνισος.
Με 440 ψήφους υπέρ, 151 κατά και 50 αποχές, οι ευρωβουλευτές ενέκριναν το βασικό νομοθετικό κείμενο που μεταβάλλει τους εμπορικούς όρους μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Η απόφαση επιτρέπει στην ΕΕ να καταργήσει τους δασμούς της στα περισσότερα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ θα συνεχίσουν να επιβαρύνονται με δασμό 15%.
Η συμφωνία θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της σταθερότητας στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις, σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές εντάσεις, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι αβεβαιότητες γύρω από την αμερικανική εμπορική πολιτική εξακολουθούν να επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία.
Παρά την έγκριση, η συμφωνία εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πολλοί ευρωβουλευτές υποστηρίζουν ότι η ΕΕ αποδέχθηκε δυσμενέστερους όρους προκειμένου να αποφύγει μια γενικευμένη εμπορική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον.
Η Βελγίδα ευρωβουλευτής,Kathleen Van Brempt, υπογράμμισε ότι η συμφωνία δεν ανταποκρίνεται στις φιλοδοξίες της Ευρώπης, εκτιμώντας ότι χωρίς τις ευρύτερες γεωπολιτικές παραμέτρους και ειδικά τη σημασία της αμερικανικής στήριξης προς την Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύσκολα θα είχε αποδεχθεί τέτοιους όρους.
Η Κομισιόν, από την πλευρά της, υπερασπίζεται τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα που μπορούσε να εξασφαλίσει απέναντι σε μια αμερικανική διοίκηση που χρησιμοποιεί ολοένα και συχνότερα τους δασμούς ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Η συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επηρεάστηκε έντονα από τις επανειλημμένες απειλές του Trump για νέους δασμούς προς ευρωπαϊκές χώρες.
Χαρακτηριστικό είναι, ότι μόλις τη Δευτέρα (15/6), ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε με επιβολή δασμών στα γαλλικά κρασιά και τη σαμπάνια εάν το Παρίσι δεν καταργήσει τον ψηφιακό φόρο που επιβάλλει στις μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.

Η απειλή αυτή συζητήθηκε και στο περιθώριο της συνόδου της G7 στο Εβιάν, με τον Γάλλο πρόεδρο, Emmanuel Macron, να διαμηνύει ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη για «σεβαστή αλλά αποφασιστική συζήτηση» με την Ουάσιγκτον, δείχνοντας ότι αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εμφανίζονται πλέον λιγότερο πρόθυμες να προσαρμόζονται αυτόματα στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Παράλληλα, τους προηγούμενους μήνες η Ουάσιγκτον είχε απειλήσει με επιπλέον δασμούς χώρες της ΕΕ για ζητήματα που δεν σχετίζονται άμεσα με το εμπόριο, από τη Γροιλανδία έως τη στάση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Για τον λόγο αυτό, οι ευρωβουλευτές απαίτησαν την ενσωμάτωση μηχανισμών προστασίας στη συμφωνία.
«Εάν οι ΗΠΑ παραβιάσουν τη συμφωνία, η Ευρώπη θα μπορεί να επιστρέψει στο προηγούμενο καθεστώς δασμών», δήλωσε ο Γερμανός ευρωβουλευτής Bernd Lange, αναφερόμενος στη ρήτρα αναστολής που περιλαμβάνεται στο τελικό κείμενο.
Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις μεταξύ Κοινοβουλίου και κρατών-μελών, ενσωματώθηκε επίσης «ρήτρα λήξης» (sunset clause), σύμφωνα με την οποία η συμφωνία θα παύσει να ισχύει στις 31 Μαρτίου 2029, εκτός εάν ανανεωθεί.
Η ημερομηνία δεν θεωρείται τυχαία, καθώς συμπίπτει με το τέλος της τρέχουσας προεδρικής θητείας του Trump.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποκτά τη δυνατότητα να αναστείλει τη συμφωνία κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή κράτους-μέλους εάν οι ΗΠΑ δεν καταργήσουν έως το τέλος του 2026 τους δασμούς που εξακολουθούν να επιβάλλουν στον ευρωπαϊκό χάλυβα και το αλουμίνιο.
Παρά την ολοκλήρωση της θεσμικής διαδικασίας, η εμπορική αντιπαράθεση μεταξύ Βρυξελλών και Ουάσιγκτον δεν φαίνεται να έχει λήξει οριστικά.
Το κλίμα αυτό αποτυπώθηκε και στις συζητήσεις της G7, όπου οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίστηκαν πιο διατεθειμένοι να προβάλλουν αυτόνομες θέσεις απέναντι στις αμερικανικές πρωτοβουλίες, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι η οικονομική και γεωπολιτική εξάρτηση από τις ΗΠΑ εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ευρωπαϊκή στρατηγική.
Οι πρόσφατες απειλές για νέους δασμούς, τόσο στο πλαίσιο διαφορών για τη φορολόγηση των ψηφιακών κολοσσών όσο και για ζητήματα που αφορούν την καταναγκαστική εργασία και τις εμπορικές πρακτικές τρίτων χωρών, δείχνουν ότι οι εμπορικές σχέσεις ΕΕ–ΗΠΑ παραμένουν ευάλωτες σε πολιτικές και γεωπολιτικές αναταράξεις.
Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, η συμφωνία προσφέρει βραχυπρόθεσμη προβλεψιμότητα, αλλά η διατήρηση του δασμού 15% στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ και η αβεβαιότητα γύρω από τις μελλοντικές αποφάσεις της Ουάσιγκτον εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για το εμπόριο και τις επενδύσεις τα επόμενα χρόνια.
Περισσότερες ειδήσεις
Από το Ιράν μέχρι την Κίνα: Ενέργεια, εμπόριο και κρίσιμες πρώτες ύλες στην ατζέντα της G7
Η Κομισιόν ξαναγράφει τους κανόνες ανταγωνισμού – Στο «μικροσκόπιο» οι πρακτικές αποκλεισμού των ισχυρών επιχειρήσεων