Μεγάλο οικιστικό απόθεμα, υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης και αρκετά τετραγωνικά ανά κάτοικο και την ίδια ώρα οικογένειες, νέοι και εργαζόμενοι αδυνατούν να βρουν κατοικία αντίστοιχη του μηνιαίου εισοδήματός τους. Αυτή λοιπόν είναι η αντίφαση την οποία βιώνει η ελληνική αγορά κατοικίας.
Σε αποκλειστική της δήλωση στο energodromio.gr η πιστοποιημένη εκτιμήτρια ακινήτων και κτηματομεσίτρια Άννα Μωκάκου περιγράφει το στεγαστικό αυτό παράδοξο, τονίζοντας ότι πρόβλημα δεν είναι μόνο ο αριθμός των κατοικιών, αλλά η πραγματική διαθεσιμότητα, η καταλληλότητα και η οικονομική προσιτότητά τους.
Σε πρόσφατο ρεπορτάζ του το energodromio.gr επιβεβαιώνει τη συγκεκριμένη εικόνα, επικαλούμενο ανάλυση του ΔΝΤ, βάσει της οποίας περίπου το 35% του οικιστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία, ενώ το ένα τρίτο αυτής της κατηγορίας εκτιμάται ότι είναι κενό. Μάλιστα, μεγάλο μέρος του είναι παλαιό, ενεργειακά ανεπαρκές, χρειάζεται κεφάλαια για ανακαίνιση ή παραμένει δεσμευμένο από συγκυριότητες και πολεοδομικές εκκρεμότητες.
Εδώ βρίσκεται και η σύνδεση με το παλαιό απόθεμα. Μια κατοικία με χαμηλό μίσθωμα, αλλά με υψηλές ενεργειακές απώλειες, δεν είναι κατ’ ανάγκη προσιτή. Η ανακαίνιση, συνεπώς, δεν είναι απλώς αισθητική παρέμβαση. Είναι εργαλείο μείωσης του μόνιμου κόστους διαβίωσης.
Η ταχύτερη λύση για την αύξηση της ενεργού προσφοράς είναι σίγουρα η ανακαίνιση παλαιών ακινήτων. Η επιδότηση μιας ανακαίνισης θα μπορούσε να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από δέσμευση μακροχρόνιας μίσθωσης για συγκεκριμένο διάστημα, προδιαγραφές ενεργειακής απόδοσης και διαφάνεια ως προς το τελικό μίσθωμα. Δεν πρόκειται για παρέμβαση στην ιδιοκτησία, αλλά για ανταποδοτικότητα όταν χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι.
Παράλληλα, επιτακτική θεωρείται η αντιμετώπιση των εμποδίων που κρατούν τα ακίνητα κλειστά, όπως κληρονομιές, αδυναμία συνεννόησης συνιδιοκτητών και υψηλό αρχικό κόστος εργασιών. Το ΔΝΤ προτείνει συνδυασμό ανακαινίσεων, αντικινήτρων για μακρόχρονη αδράνεια και παρεμβάσεων που περιορίζουν το ρίσκο της μακροχρόνιας μίσθωσης.
Τα δεδομένα στην Ελλάδα είναι πλέον διαφορετικά, αφού παρατηρείται αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, των φοιτητών και ηλικιωμένων που έχουν ανάγκλη από κατοικίες προσβάσιμες. Για τους λόγους αυτούς, η νέα οικοδομή απαιτεί στόχευση ξεκάθαρη. Όχι μόνο κατοικίες σε περιοχές επενδυτικού ενδιαφέροντος, αλλά παραγωγή κατοικίας για μακροχρόνια μίσθωση, φοιτητική στέγη και προσιτή κατοικία με διαφανή κριτήρια. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ταχύτερες αδειοδοτήσεις, καλύτερο πολεοδομικό σχεδιασμό, διαθέσιμη γη και επάρκεια εργατικού δυναμικού στις κατασκευές.
Η ουσιαστική βελτίωση της προσιτότητας περνά από την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του υπάρχοντος αποθέματος και τη δημιουργία νέας προσφοράς εκεί όπου πράγματι λείπει. Η θέση της Άννας Μωκάκου καταλήγει, λοιπόν, στον πυρήνα του προβλήματος. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο περισσότερες κατοικίες. Χρειάζεται περισσότερα σπίτια διαθέσιμα, κατοικήσιμα, ενεργειακά αποδοτικά και προσιτά για τους ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη.
Περισσότερες ειδήσεις
Παμπάλαια τα 7 στα 10 φοιτητικά σπίτια που προσφέρονται προς ενοικίαση στην Αθήνα