«Η θεσμοθέτηση ενός σύγχρονου και λειτουργικού Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό αποτελούσε διαχρονικό αίτημα του ξενοδοχειακού κλάδου, καθώς πρόκειται για ένα εργαλείο που οφείλει να διασφαλίζει σταθερότητα κανόνων, ασφάλεια δικαίου και ένα αξιόπιστο επενδυτικό περιβάλλον. Ωστόσο, οριζόντιοι περιορισμοί, αυθαίρετα πλαφόν κλινών και γενικευμένες απαγορεύσεις που εφαρμόζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες, οι ανάγκες και το επίπεδο ανάπτυξης κάθε προορισμού, κινούνται κατά την άποψή μας σε λάθος κατεύθυνση».
Αυτό επισημαίνει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ) στην επιστολή της προς τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη εν όψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης 2026 για το χωροταξικό, το οποίο συμπεριλαμβάνει στα πέντε κρίσιμα ζητήματα για τον κλάδο. Φορολογική επιβάρυνση, βραχυχρόνια μίσθωση, ειδικό χωροταξικό, χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων και παραχώρηση αιγιαλού σε όμορες επιχειρήσεις αποτελούν αυτά τα πέντε κρίσιμα θέματα που θέτει η ΠΟΞ με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Ειδικά όσον αφορά στο κομμάτι του χωροταξικού, όπως υποστηρίζουν οι ξενοδόχοι, η χώρα αποτελείται από περιοχές με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, υποδομές, αναπτυξιακές προοπτικές και βαθμό τουριστικής ωρίμανσης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την υιοθέτηση διαφοροποιημένων πολιτικών και όχι ενιαίων περιοριστικών μέτρων. Οι αποφάσεις που αφορούν τη φέρουσα ικανότητα και τις δυνατότητες περαιτέρω τουριστικής ανάπτυξης πρέπει να βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, αντικειμενικούς δείκτες και τεκμηριωμένες μελέτες, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες των τοπικών υποδομών, τη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων, καθώς και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Ο σχεδιασμός οφείλει να πραγματοποιείται πρωτίστως σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, με τη συμμετοχή της αυτοδιοίκησης, των παραγωγικών φορέων και των τοπικών κοινωνιών, ώστε να επιτυγχάνεται η ισορροπία μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και περιβαλλοντικής προστασίας. Ο στόχος δεν πρέπει να είναι ο περιορισμός της τουριστικής δραστηριότητας, αλλά η ενίσχυση των αναγκαίων υποδομών και η αποτελεσματική διαχείριση των προορισμών, ώστε η τουριστική ανάπτυξη να παραμένει βιώσιμη, ποιοτική και επωφελής τόσο για τις επιχειρήσεις, όσο και για τις τοπικές κοινωνίες. «Η αντιμετώπιση των προκλήσεων που συνδέονται με την αυξημένη τουριστική ζήτηση απαιτεί τεκμηριωμένες πολιτικές και επενδύσεις σε υποδομές και όχι αποσπασματικά ή οριζόντια περιοριστικά μέτρα που ενδέχεται να υπονομεύσουν την αναπτυξιακή προοπτική πολλών περιοχών της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό προτείνουμε και τη ρητή πρόβλεψη της ανταποδοτικότητας των δημοτικών τελών. Ειδικότερα, τα δημοτικά τέλη που καταβάλλουν οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις συχνά δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους δήμους όπου δραστηριοποιούνται. Προτείνεται η θεσμοθέτηση ρητής υποχρέωσης ανταποδοτικότητας, με σαφή διασύνδεση των εσόδων από δημοτικά τέλη με συγκεκριμένες παρεμβάσεις σε καθαριότητα, φωτισμό, οδικό δίκτυο και λοιπές υποδομές των τουριστικών προορισμών. Προτείνεται επίσης η ετήσια δημοσιοποίηση της χρήσης των εσόδων αυτών, ώστε να διασφαλίζεται διαφάνεια και λογοδοσία προς τις επιχειρήσεις που τα καταβάλλουν», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Σε σχέση με το ζήτημα που θέτει η ΠΟΞ για την παραχώρηση αιγιαλού σε όμορες επιχειρήσεις γίνεται λόγος για διατήρηση της απευθείας παραχώρησης τμημάτων αιγιαλού σε όμορες επιχειρήσεις. Όπως υποστηρίζεται, «τυχόν κατάργηση της δυνατότητας αυτής θα ανέτρεπε επενδυτικά σχέδια δεκαετιών και θα έθετε σε κίνδυνο τη διεθνή τουριστική ανταγωνιστικότητα της χώρας».
Σε σχέση με τη βραχυχρόνια μίσθωση ζητείται:
«Η βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων πρέπει να λειτουργεί μέσα σε ένα σαφές, συνεκτικό και αποτελεσματικό κανονιστικό και φορολογικό πλαίσιο, ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των νόμιμα αδειοδοτημένων επιχειρήσεων τουριστικών καταλυμάτων και η ανεξέλεγκτη άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, είναι αναγκαία η εντατικοποίηση των ελέγχων για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση περιπτώσεων καταλυμάτων που λειτουργούν στην πράξη ως τουριστικά καταλύματα, χωρίς να διαθέτουν την απαιτούμενη αδειοδότηση».
Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική εάν ληφθεί υπόψη το μέγεθος που έχει πλέον αποκτήσει η αγορά της βραχυχρόνιας μίσθωσης: Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΞΕΕ), που επικαλείται η ΠΟΞ, το 2025 η χώρα διέθετε 10.118 ξενοδοχεία, με συνολική δυναμικότητα 450.565 δωματίων και 902.328 κλινών. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ, τον Σεπτέμβριο του 2025 τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης ανήλθαν σε περίπου 245 χιλιάδες, ενώ οι διαθέσιμες κλίνες διαμορφώθηκαν σε 1,075 εκατομμύρια. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ότι η βραχυχρόνια μίσθωση αποτελεί μια αγορά η οποία διαθέτει ήδη μεγαλύτερη δυναμικότητα σε κλίνες από το σύνολο του ξενοδοχειακού δυναμικού της χώρας και έχει μετατραπεί σε μια κατεξοχήν επαγγελματική δραστηριότητα.
Παρά το γεγονός αυτό, τα στοιχεία του Τέλους Ανθεκτικότητας για το διάστημα από 1.1.2024 έως 31.8.2025 αναδεικνύουν μια εξαιρετικά μεγάλη και δυσανάλογη απόκλιση ως προς τη συνεισφορά κάθε κατηγορίας καταλυμάτων στα δημόσια έσοδα. Συγκεκριμένα, τα συνολικά έσοδα του Τέλους Ανθεκτικότητας από τα ξενοδοχειακά καταλύματα ανήλθαν σε 717,63 εκατ. ευρώ, ενώ τα αντίστοιχα έσοδα από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις διαμορφώθηκαν μόλις σε 57,43 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, παρά το γεγονός ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις διαθέτουν περισσότερες κλίνες από τα ξενοδοχεία, τα έσοδα που αποδίδουν μέσω του Τέλους Ανθεκτικότητας αντιστοιχούν σε μόλις περίπου 8% των εσόδων που καταβάλλει ο ξενοδοχειακός κλάδος, σύμφωνα πάντα με τους ξενοδόχους.
Περισσότερες ειδήσεις
Ατρόμητος ο ελληνικός τουρισμός – Αυξημένες οι αφίξεις ξένων επισκεπτών στην Κρήτη παρά τον πόλεμο
Λεφτά υπάρχουν για την χρηματοδότηση νέων επενδύσεων στον τουρισμό