Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντική πρόκληση, αλλά μετατρέπεται σε σοβαρό οικονομικό κίνδυνο για τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης. Σύμφωνα με νέα έκθεση της Allianz Trade, τα ολοένα συχνότερα και εντονότερα κύματα καύσωνα ενδέχεται να αφαιρέσουν έως και 7% από το ΑΕΠ ορισμένων χωρών έως το 2030, πλήττοντας την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, τα δημόσια οικονομικά και τις ενεργειακές υποδομές.
Η μελέτη κατατάσσει τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία μεταξύ των πιο ευάλωτων οικονομιών της Ευρώπης απέναντι στις επιπτώσεις της ακραίας ζέστης, ενώ προειδοποιεί ότι οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν μόνο στην αγορά εργασίας αλλά θα επηρεάσουν συνολικά την αναπτυξιακή δυναμική της ηπείρου.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Allianz Trade, η Γαλλία βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των ευρωπαϊκών χωρών που απειλούνται οικονομικά από τις υψηλές θερμοκρασίες, με σωρευτικές απώλειες που θα μπορούσαν να φτάσουν τα 209 δισ. ευρώ έως το 2030.
Ακολουθεί η Ιταλία με δυνητικές απώλειες 128 δισ. ευρώ, η Γερμανία με 114 δισ. ευρώ και η Ισπανία με 104 δισ. ευρώ.
Οι υπολογισμοί βασίζονται σε ένα σενάριο κατά το οποίο οι συνθήκες ακραίας ζέστης θα εντείνονται σταδιακά έως το τέλος της δεκαετίας, προσεγγίζοντας τα επίπεδα των θερμότερων ετών που κατέγραψε κάθε χώρα την περίοδο 2014-2024.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η οικονομική δραστηριότητα επηρεάζεται άμεσα όταν οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τους 30 βαθμούς Κελσίου.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η παραγωγικότητα της εργασίας μειώνεται κατά περίπου 3% για κάθε επιπλέον βαθμό, καθώς η σωματική καταπόνηση, η πνευματική κόπωση και η διαταραχή του ύπνου επηρεάζουν την απόδοση των εργαζομένων.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι εμφανίζονται εργαζόμενοι σε κλάδους όπως:
Παράλληλα, η ανάγκη για κλιματισμό αυξάνει την ενεργειακή κατανάλωση, με τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας να ενισχύεται κατά περίπου 1,2% για κάθε βαθμό πάνω από τους 30°C.
Η έκθεση επισημαίνει ότι τα κύματα καύσωνα επιβαρύνουν σημαντικά τα ενεργειακά συστήματα.
Η ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε θερμοηλεκτρικές μονάδες φυσικού αερίου, άνθρακα και πυρηνικής ενέργειας, οι οποίες εξαρτώνται από τη διαθεσιμότητα νερού και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων ψύξης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, όπου κατά τον καύσωνα του 2019 περιορίστηκε η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας λόγω δυσκολιών ψύξης των αντιδραστήρων, προκαλώντας έντονες πιέσεις στις τιμές ηλεκτρισμού.
Ταυτόχρονα, οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τις φθορές σε δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές και άλλες μεταφορικές υποδομές, οδηγώντας σε υψηλότερα κόστη συντήρησης και συχνότερες διακοπές λειτουργίας.
Η Allianz Trade προειδοποιεί ότι η ακραία ζέστη δεν περιορίζει μόνο την τρέχουσα παραγωγή αλλά επηρεάζει και τις μελλοντικές επενδύσεις.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στις χώρες που πλήττονται περισσότερο θα μπορούσαν να μειωθούν κατά μέσο όρο 8%, καθώς η αύξηση του κλιματικού κινδύνου περιορίζει τις αναμενόμενες αποδόσεις και αποθαρρύνει νέα επιχειρηματικά σχέδια.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος χαμηλότερων επενδύσεων, χαμηλότερης παραγωγικότητας και ασθενέστερης ανάπτυξης.
Οι συνέπειες δεν σταματούν στις επιχειρήσεις.
Η έκθεση προβλέπει ότι η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας θα περιορίσει τα φορολογικά έσοδα, ενώ ταυτόχρονα θα αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες για:
Οι ετήσιες απώλειες φορολογικών εσόδων εκτιμάται ότι μπορούν να φτάσουν το 1,8% στη Γαλλία, το 1,3% στην Ιταλία και την Ισπανία και το 0,7% στη Γερμανία.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ιταλία και η Ισπανία κινδυνεύουν ακόμη και να υπερβούν τα δημοσιονομικά όρια του Μάαστριχτ εξαιτίας των πρόσθετων πιέσεων που δημιουργεί η κλιματική κρίση.
Παρά τα εθνικά σχέδια προσαρμογής που έχουν υιοθετήσει οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η Allianz Trade διαπιστώνει ότι καμία μεγάλη οικονομία της Ευρώπης δεν είναι πλήρως προετοιμασμένη για τις οικονομικές συνέπειες της ακραίας ζέστης.
Η Ισπανία εμφανίζει τις καλύτερες επιδόσεις στην προστασία των εργαζομένων, ενώ η Γαλλία διαθέτει από τα πιο ανεπτυγμένα πρότυπα για ανθεκτικά κτίρια. Ωστόσο, καμία χώρα δεν συνδυάζει ολοκληρωμένες πολιτικές προστασίας εργαζομένων, κτιριακού αποθέματος, δημόσιων οικονομικών και ευάλωτων νοικοκυριών.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη και η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων προκαλούν σημαντικές οικονομικές ζημιές, επηρεάζοντας μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Περισσότερες ειδήσεις
«Καιρικά φαινόμενα που δεν έχουμε ξαναδεί»: Πώς θα επηρεάσει την Ελλάδα το νέο El Niño
«Στερεύουν» τα αποθέματα νερού σε Αλόννησο και Τήνο – Σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης για το καλοκαίρι
Cinque Terre: Η κλιματική αλλαγή απειλεί το στολίδι της Ιταλίας με κύματα… 13 μέτρων!