Η νέα ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επιβραδύνει την οικονομία της Ευρωζώνης, να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλότερα επίπεδα και να αυξήσει τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).
Ωστόσο, μέσα σε αυτό το δυσμενέστερο περιβάλλον, η Ελλάδα αποτελεί μία από τις λίγες χώρες της Ευρωζώνης για τις οποίες το Ταμείο προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται τα επόμενα χρόνια, την ώρα που ο μέσος όρος της ζώνης του ευρώ ακολουθεί ανοδική πορεία.
Στην ετήσια αξιολόγηση των κοινών οικονομικών πολιτικών της Ευρωζώνης, το ΔΝΤ σημειώνει ότι μέχρι την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή η οικονομία της ζώνης του ευρώ είχε επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Το 2025 η ανάπτυξη κινήθηκε ελαφρώς πάνω από τον δυνητικό της ρυθμό, ο πληθωρισμός παρέμεινε κοντά στον στόχο για μεγάλο μέρος του έτους και το παραγωγικό κενό είχε ουσιαστικά κλείσει.
Η εικόνα αυτή, όμως, ανατράπηκε μετά την ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Παρότι υπήρξε συμφωνία-πλαίσιο για κατάπαυση των εχθροπραξιών, το ΔΝΤ εκτιμά ότι εξακολουθεί να επικρατεί σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με την πλήρη αποκατάσταση των ενεργειακών προμηθειών και τη διάρκεια των υψηλών τιμών της ενέργειας, γεγονός που επηρεάζει τόσο την ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό.
Στο World Economic Outlook του Ιουλίου, το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την Ευρωζώνη. Η ανάπτυξη εκτιμάται πλέον ότι θα διαμορφωθεί στο 0,9% το 2026 και στο 1,2% το 2027, χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις που ίσχυαν πριν από το ενεργειακό σοκ. Σύμφωνα με το Ταμείο, η αύξηση του ενεργειακού κόστους αναμένεται να περιορίσει την ιδιωτική κατανάλωση, να επιβαρύνει τις επιχειρηματικές επενδύσεις και να διατηρήσει αυστηρότερες τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.
Παράλληλα, ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,9% το 2026 και να υποχωρήσει στο 2,3% το 2027, ενώ το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες έχουν ενισχυθεί μετά την έναρξη της κρίσης. Ωστόσο, εκτιμά πως οι επιπτώσεις θα είναι ηπιότερες σε σχέση με το ενεργειακό σοκ του 2022, καθώς η Ευρώπη διαθέτει πλέον μεγαλύτερη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ισχυρότερες ενεργειακές υποδομές.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης αφορά τη δημοσιονομική εικόνα της Ευρωζώνης.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης θα συνεχίσει να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια, καθώς οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες και οι επενδύσεις περιορίζουν τα περιθώρια δημοσιονομικής προσαρμογής. Το χρέος της ζώνης του ευρώ προβλέπεται να κινηθεί από περίπου 87% του ΑΕΠ προς το 90% έως το 2031, με σημαντική επιβάρυνση κυρίως για οικονομίες όπως η Γαλλία και η Γερμανία.
Αντίθετα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται, μαζί με την Πορτογαλία και την Ισπανία, στις χώρες όπου το δημόσιο χρέος προβλέπεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται τα επόμενα χρόνια, εξέλιξη που αποδίδεται στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και στη συνεχιζόμενη δημοσιονομική προσαρμογή.
Παράλληλα, στην τελευταία αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η χώρα θα αναπτυχθεί κατά 1,8% το 2026, ρυθμό διπλάσιο από τον αντίστοιχο της Ευρωζώνης, αν και χαμηλότερο σε σχέση με τα προηγούμενα έτη λόγω της ανόδου του ενεργειακού κόστους και της ασθενέστερης εξωτερικής ζήτησης.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να προχωρήσει σε ακόμη μία αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης μέσα στο 2026, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες από τις σημερινές εκτιμήσεις. Παράλληλα, περίπου 100 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF) θα συνεχίσουν να στηρίζουν την ευρωπαϊκή οικονομία έως τον Αύγουστο του 2026.
Το Ταμείο καλεί επίσης την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση, να ολοκληρώσει την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, να ενισχύσει την ενιαία αγορά και να προωθήσει το ψηφιακό ευρώ, το οποίο θεωρεί σημαντικό εργαλείο για την περαιτέρω οικονομική ολοκλήρωση της ΕΕ.
Στην έκθεσή του, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το νέο ενεργειακό σοκ αυξάνει τους κινδύνους για το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μεταξύ των βασικών κινδύνων καταγράφονται μία πιθανή απότομη διόρθωση στις αποτιμήσεις εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, νέα αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων, αλλά και οι αυξημένες ευπάθειες σε τμήματα της αγοράς μη τραπεζικής χρηματοδότησης, όπως τα private credit funds και τα επενδυτικά κεφάλαια ακινήτων.
Παρά τις προκλήσεις, το Ταμείο εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν συνολικά ανθεκτικές χάρη στην ισχυρή κεφαλαιακή τους βάση, την υψηλή ρευστότητα και τα χαμηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη πλήρους εφαρμογής του πλαισίου Βασιλεία III.
Περισσότερες ειδήσεις
Τι σημαίνει για την Ελλάδα η αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή – Το «καλό» σενάριο της ΤτΕ