Στο επόμενο στάδιο της αδειοδοτικής διαδικασίας περνά η μεγάλη επένδυση της DIMAND για την αξιοποίηση της πρώην Αμερικανικής Βάσης στις Γούρνες Ηρακλείου, με εκτιμώμενη ακαθάριστη αξία ανάπτυξης άνω των 351 εκατ. ευρώ. Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου τουριστικού προορισμού περισσότερων από 1.600 κλινών, με ξενοδοχεία 5 αστέρων, bungalows, τουριστικές κατοικίες, κέντρα ευεξίας, εμπορικές και αθλητικές εγκαταστάσεις, αφήνοντας οριστικά εκτός την αρχική επιλογή του καζίνο.
Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αποτυπώνει αναλυτικά τόσο το νέο masterplan όσο και τις υποδομές ενεργειακής και υδατικής αυτονομίας που θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη.
Το έργο προβλέπεται να αναπτυχθεί σε έκταση περίπου 345.567 τ.μ. στις Γούρνες του Δήμου Χερσονήσου, για την οποία έχει ήδη εγκριθεί το Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίου Ακινήτου της πρώην Αμερικανικής Βάσης. Το ακίνητο βρίσκεται 16 χιλιόμετρα ανατολικά του Ηρακλείου. Η απόστασή του από το λιμάνι του Ηρακλείου είναι 15 χιλιόμετρα, από το αεροδρόμιο «Νίκος Καζαντζάκης» 14 χιλιόμετρα και από το νέο διεθνές αεροδρόμιο στο Καστέλι περίπου 30 χιλιόμετρα.
Από τη συνολική έκταση, τα 55.562 τ.μ. προορίζονται για δόμηση, ενώ τμήμα του ακινήτου θα διατεθεί για τη διαπλάτυνση υφιστάμενων δρόμων, τη διάνοιξη νέων οδών και τη δημιουργία δύο χώρων στάθμευσης κοντά στην παραλία. Έτσι, η καθαρή έκταση που απομένει για την ανάπτυξη του επενδυτικού σχεδίου διαμορφώνεται σε περίπου 330.000 τ.μ. Η συνολική ξενοδοχειακή δυναμικότητα θα υπερβαίνει τις 1.600 κλίνες, χωρίς σε αυτή να συνυπολογίζονται οι εμπορικές χρήσεις, οι υποστηρικτικές εγκαταστάσεις και οι λοιπές υποδομές εξυπηρέτησης.
Η χωροθέτηση του υπό μελέτη ΕΣΧΑΔΑ «Τμήμα της Πρώην Αμερικάνικης Βάσης Γουρνών» περιλαμβάνει τα παρακάτω βασικά έργα:
Επίσης προβλέπονται μια σειρά από συνοδά έργα όπως:
Το σύνολο της έκτασης του ακινήτου έχει χαρακτηριστεί ως μη δασική έκταση σύμφωνα με τους κυρωμένους δασικούς χάρτες Περιφερειακής Ενότητας Ηρακλείου. Επίσης, η έκταση του υπό μελέτη έργου βρίσκεται εκτός προστατευόμενων περιοχών του Ν. 3937/ 2011 όπως ισχύει.
Στη ΜΠΕ γίνεται εκτενής αναφορά στην μη επιλογή της δημιουργίας καζίνο. Συγκεκριμένα στη ΜΠΕ αναφέρεται πως «η συνολική δόμηση στην υποζώνη που θα φιλοξενούσε το καζίνο, θα επέτρεπε την ανάπτυξη λιγότερων δωματίων και διαμερισμάτων στο ξενοδοχείο που βρίσκεται στα ανατολικά της έκτασης. Παρόλο που η δυναμικότητα του ξενοδοχείου μειώνεται, ο πληθυσμός των επισκεπτών 24ώρες, 7 ημέρες της εβδομάδας, αυξάνεται. Αυξάνεται η ανάγκη σε χώρους στάθμευσης, σε παροχές κυκλοφορίας οχημάτων, ενέργειας και γενικά κατανάλωσης πόρων για την υποστήριξη μίας μεγάλης εγκατάστασης τυχερών παιγνίων. Παράλληλα, το ξενοδοχείο που περιλαμβάνει το καζίνο θα είχε διαφορετικό χαρακτήρα τουριστικής υποδομής. Εφόσον θα λειτουργούσε υπό τον ίδιο φορέα, θα προοριζόταν περισσότερο για το κοινό του καζίνο, παρά για την παροχή υψηλού επιπέδου φιλοξενίας σε ένα ευρύ φάσμα κοινού. Η λειτουργία ενός χώρου όπου αποκλείονται άτομα που δεν έχουν συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας τους, έρχεται σε αντίθεση με το οικογενειακό ξενοδοχείο 5 αστέρων. Ο χαρακτήρας του ξενοδοχείου θα ήταν υποβαθμισμένος συγκριτικά με τον στόχο της ανάπτυξης. Εκτός από τις αρνητικές επιπτώσεις στην ίδια την ανάπτυξη, είναι σημαντικές και οι επιπτώσεις για την ευρύτερη περιοχή. Το κοινωνικό αποτύπωμα, της ανάπτυξης μίας μεγάλης εγκατάστασης τυχερών παιγνίων, θα ήταν αρνητικό. Η ένταξη μίας μεγάλης δραστηριότητας στη πόλη του Ηρακλείου των 150 χιλ. κατοίκων, αποκτά υπερτοπική – μητροπολιτική σημασία και αφορά όλη τη Κρήτη. Σηματοδοτεί ένα προορισμό στις Γούρνες με δραστηριότητα ασύνδετη με τις φιλοδοξίες ανάπτυξης της περιοχής του νησιού». Σημειώνεται ότι για την παραχώρηση της άδειας θα έπρεπε να «τρέξει» διαγωνισμός από την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων.
Η λύση που επιλέγεται έχει σαφώς πιο «θετικό κοινωνικό αποτύπωμα. Η λύση αναβαθμίζει το τουριστικό προϊόν σε σχέση με τις υποβαθμισμένες τουριστικά περιοχές των Μαλίων και Σταλίδας, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της περιοχής και συνάδει με την ανάδειξη των πολιτιστικών πόρων. Επιπλέον έχει σαφώς μικρότερες επιπτώσεις στο ατμοσφαιρικό και ακουστικό περιβάλλον καθώς έχει λιγότερες μετακινήσεις οχημάτων και μικρότερη επιβάρυνση της κυκλοφορίας σε 24ωρη βάση».
Σε σχέση με τις επιπτώσεις και δη τη φέρουσα ικανότητα, στη ΜΠΕ αναφέρεται ότι η λειτουργία του υπό εξέταση έργου (δυναμικότητας 1.614 κλινών) δεν θα διαταράξει τη φέρουσα ικανότητα του Δήμου Χερσονήσου. «Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι η περιοχή απορροφά πλήρως τις πιέσεις: Ο δείκτης επιβάρυνσης στερεών αποβλήτων είναι περίπου 1,04% στον ΧΥΤΑ Χερσονήσου, η ενεργειακή επιβάρυνση 4,66% (λόγω ιδιοπαραγωγής από Φ/Β), ενώ η χωρητικότητα της ακτής προσφέρει άνεση 10 τ.μ. ανά λουόμενο, υπερκαλύπτοντας τα διεθνή σταθερότυπα. Το ποσοστό κάλυψης του εδάφους ανέρχεται στο 16%».
Για τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις η κατασκευή και λειτουργία του έργου θα τονώσει την τοπική οικονομία μέσω της δημιουργίας 100 κατά την κατασκευή και 580 νέων άμεσων θέσεων εργασίας. Επίσης, θα υπάρξουν ισχυρές, θετικές έμμεσες συνέργειες με τον πρωτογενή τομέα (απορρόφηση τοπικών αγροτικών προϊόντων) και τον δευτερογενή τομέα (συντηρήσεις).
Σε σχέση με τις επιπτώσεις στα μορφολογικά και τοπιολογικά χαρακτηριστικά, αναφέρεται ότι η υφιστάμενη κατάσταση του γηπέδου χαρακτηρίζεται ως «ιδιαιτέρως υποβαθμισμένο τοπίο» λόγω της εγκαταλελειμμένης Αμερικανικής Βάσης. «Το έργο θα επιφέρει μεγάλης έντασης θετικές και μόνιμες επιπτώσεις. Με την καθαίρεση 45 παλαιών ερειπωμένων κτιρίων και τη δημιουργία 213 στρεμμάτων νέων χώρων πρασίνου (το 84% του γηπέδου παραμένει αδόμητο), το τοπίο θα μεταμορφωθεί σε ένα πράσινο και υψηλής αισθητικής αξίας θέρετρο».
Ως προς τις επιπτώσεις στα γεωλογικά, τεκτονικά και εδαφολογικά χαρακτηριστικά «κατά την κατασκευή, θα πραγματοποιηθούν εκσκαφές συνολικού όγκου 92.950 m3. Από αυτά, σημαντικό τμήμα (46.000 m3) θα επαναχρησιμοποιηθεί επιτόπου για επιχώσεις. Παράλληλα, τα μπάζα από τις καθαιρέσεις των κτιρίων (~17.500 m3) θα θρυμματίζονται επιτόπου με κινητό σπαστηροτριβείο και θα επαναχρησιμοποιούνται, εκτός από τα επικίνδυνα (όπως τα αμιαντούχα) που θα παραδίδονται σε ΣΣΕΔ. Οι επιπτώσεις είναι τοπικές, προσωρινές και απολύτως ελεγχόμενες».
Για τις επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον (Χλωρίδα – Πανίδα – Οικοσυστήματα) «το έργο βρίσκεται πλήρως εκτός των ορίων του Δικτύου Natura 2000, εκτός δασικών εκτάσεων και εκτός καταφυγίων άγριας ζωής. Η κατασκευή δεν θα προκαλέσει βλάβη σε ευαίσθητα οικοσυστήματα. Αντιθέτως, η φύτευση ή μεταφύτευση περίπου 200 υφιστάμενων ελαιόδεντρων και η δημιουργία των 213 στρεμμάτων πρασίνου θα δημιουργήσουν νέους βιότοπους για την τοπική μικροπανίδα, επιφέροντας θετική περιβαλλοντική επίπτωση».
Στο κομμάτι της επίδρασης στις τεχνικές υποδομές και τους υδατικούς πόρους, η περιοχή αντιμετωπίζει ιστορικά προβλήματα λειψυδρίας, με το υπόγειο υδατικό σύστημα «Πορώδες Παράκτιο Βορείου Ηρακλείου» να βρίσκεται σε κακή ποσοτική και χημική κατάσταση. «Το έργο έχει σχεδιαστεί με γνώμονα την σχεδόν πλήρη αυτονομία για να μην επιβαρύνει τις δημόσιες υποδομές. Ως προς την ύδρευση, θα λειτουργήσουν δύο ιδιωτικές μονάδες αφαλάτωσης, διασφαλίζοντας ότι δεν θα απορροφηθεί καμία ποσότητα από τον ευαίσθητο υδροφόρο ορίζοντα που χρησιμοποιείται για ύδρευση στην περιοχή, για τις ανάγκες των ξενοδοχείων. Μόνο το εμπορικό κέντρο θα συνδεθεί στο δίκτυο με πολύ μικρή κατανάλωση νερού. Για την αποχέτευση, δεν θα υπάρξει καμία απόρριψη λυμάτων στη θάλασσα ή στο δίκτυο του δήμου, θα κατασκευαστούν τέσσερις υπερσύγχρονες Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων (ΕΕΛ) με τεχνολογία Βιοαντιδραστήρα Μεμβρανών (MBR), και το καθαρό νερό θα επαναχρησιμοποιείται πλήρως για την άρδευση του πρασίνου», αναφέρεται στη ΜΠΕ.
Περισσότερες ειδήσεις