Την κατάργηση των ορίων στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που καίνε άνθρακα και φυσικό αέριο εξετάζει η κυβέρνηση Trump, ολοκληρώνοντας την αποδόμηση ορισμένων από τις σημαντικότερες κλιματικές πολιτικές των κυβερνήσεων Biden και Obama.
Η αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος (EPA) αναμένεται να ανακοινώσει την αλλαγή τη Δευτέρα, σύμφωνα με δύο ανθρώπους που γνωρίζουν το σχέδιο και μίλησαν στους New York Times υπό τον όρο της ανωνυμίας.
Εάν η απόφαση αντέξει στις δικαστικές προσφυγές που θεωρούνται βέβαιες, δεν θα καταργήσει μόνο τους σημερινούς περιορισμούς. Θα μπορούσε επίσης να δυσκολέψει μελλοντικές κυβερνήσεις να επιβάλουν ξανά όρια στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου από τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.
Ο συγκεκριμένος τομέας αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή αερίων του θερμοκηπίου στις ΗΠΑ. Οι εκπομπές συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα, παγιδεύουν θερμότητα και συμβάλλουν στην άνοδο της θερμοκρασίας και στην ενίσχυση ακραίων καιρικών φαινομένων.
Ο επικεφαλής της EPA, Lee Zeldin, αναμένεται να παρουσιάσει την αλλαγή σε συνάντηση υπουργών Ενέργειας της G20 στο Χιούστον. Η υπηρεσία δεν είχε σχολιάσει μέχρι αργά την Κυριακή το δημοσίευμα.
Η κίνηση αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην προσπάθεια του Trump να ξηλώσει τους ομοσπονδιακούς κανόνες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει την κλιματική αλλαγή «απάτη», έχει επιδιώξει στη δεύτερη θητεία του να διευκολύνει την παραγωγή και χρήση ορυκτών καυσίμων, ιδιαίτερα για την ηλεκτροδότηση των ενεργοβόρων κέντρων δεδομένων που τροφοδοτούν την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Νωρίτερα φέτος, η EPA κατάργησε τα όρια στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τα αυτοκίνητα και χαλάρωσε περιορισμούς σε χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε κλιματιστικά και ψυγεία. Ακόμη σημαντικότερα, ακύρωσε το επιστημονικό πόρισμα πάνω στο οποίο στηριζόταν η νομική της εξουσία να θεσπίζει κανόνες για την κλιματική ρύπανση.
Οι κανόνες που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση Μπάιντεν το 2024 αφορούσαν τόσο τις υφιστάμενες μονάδες άνθρακα όσο και νέες μονάδες φυσικού αερίου. Οι εταιρείες μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να εγκαταστήσουν τεχνολογία δέσμευσης του διοξειδίου του άνθρακα πριν αυτό φτάσει στην ατμόσφαιρα ή να στραφούν σε καθαρότερα καύσιμα, όπως το υδρογόνο.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν υπολόγιζε ότι οι κανόνες αυτοί δεν θα περιόριζαν μόνο τις εκπομπές που θερμαίνουν τον πλανήτη, αλλά και άλλους ρύπους, όπως τα αιωρούμενα σωματίδια. Σύμφωνα με τις τότε εκτιμήσεις, τα οφέλη για τη δημόσια υγεία θα έφταναν τα 120 δισ. δολάρια έως το 2047.
Μόνο για το 2035, η EPA είχε υπολογίσει ότι οι περιορισμοί θα μπορούσαν να αποτρέψουν έως και 1.200 πρόωρους θανάτους, εκατοντάδες εισαγωγές σε νοσοκομεία και εκατοντάδες χιλιάδες κρίσεις άσθματος.
Η σημερινή EPA έχει αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογεί τέτοιους κανόνες. Δεν συνυπολογίζει πλέον τα οφέλη για τη δημόσια υγεία όταν εξετάζει το κόστος και το όφελος των περιορισμών στην ατμοσφαιρική ρύπανση, αλλά εστιάζει κυρίως στο κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις.
Η βιομηχανία άνθρακα είχε αντιδράσει έντονα στους κανόνες της εποχής Μπάιντεν, υποστηρίζοντας ότι ήταν υπερβολικά κοστοβόροι και πρακτικά ανεφάρμοστοι. Εκπρόσωποί της προειδοποιούσαν ότι πολλές μονάδες θα έκλειναν αντί να επενδύσουν δισεκατομμύρια σε νέα συστήματα περιορισμού των εκπομπών.
Ο άνθρακας, πάντως, υποχωρεί εδώ και δεκαετίες στις ΗΠΑ και για οικονομικούς λόγους. Το 1990 παρήγαγε πάνω από το μισό ηλεκτρικό ρεύμα της χώρας. Το 2025 το ποσοστό του είχε πέσει περίπου στο 17%.
Πολλές ανθρακικές μονάδες είναι πλέον άνω των 40 ετών και έχουν ήδη προγραμματίσει να κλείσουν. Από το 2010 έχουν σταματήσει να λειτουργούν 330 μονάδες, ενώ άλλες 60 έχουν ανακοινώσει ότι θα κλείσουν έως το 2031.
Την ίδια ώρα, όμως, οι εταιρείες ηλεκτρισμού επενδύουν ξανά μαζικά στο φυσικό αέριο, καθώς αυξάνεται η ζήτηση από τα κέντρα δεδομένων της τεχνητής νοημοσύνης. Μόνο πέρυσι κατασκευάστηκαν πάνω από 20 νέες μονάδες φυσικού αερίου στις ΗΠΑ.
Παρά την κατάργηση των ορίων για τα αέρια του θερμοκηπίου, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής θα εξακολουθούν να υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς για ρύπους όπως ο υδράργυρος και το αρσενικό. Η EPA, ωστόσο, έχει ήδη χαλαρώσει και τους κανόνες για τις εκπομπές υδραργύρου.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις και ειδικοί στην ενέργεια προειδοποιούν ότι η απόφαση θα έχει πολύ μεγάλες συνέπειες. Όπως επισημαίνουν, αν ο αμερικανικός τομέας ηλεκτροπαραγωγής ήταν ξεχωριστή χώρα, θα ήταν ο πέμπτος μεγαλύτερος ρυπαντής του κλίματος στον κόσμο, πίσω από την Κίνα, τις ΗΠΑ συνολικά, την Ινδία και τη Ρωσία.
Περισσότερες ειδήσεις
China Gas: Νέα 20ετής συμφωνία για αμερικανικό LNG με τη Venture Global
Gazprom: Διακόπτει για 10 ημέρες τις ροές φυσικού αερίου προς την Αρμενία