Η έκταση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης περιλαμβάνει σειρά ιστορικών και βιομηχανικών κτιρίων, άλλα ευθέως ορατά στους επισκέπτες της πόλης -όπως το κτίριο του παλιού τελωνείου, νυν επιβατικού σταθμού «Μακεδονία»- και άλλα στο εσωτερικό της λιμενικής ζώνης, όπως οι Παλιοί Στάβλοι.
Ορισμένα από αυτά έχουν ήδη αποκτήσει νέα χρήση. Ανάμεσά τους βρίσκεται το κτίριο της ΠΑΕΓΑΕ, ένα βιομηχανικό ακίνητο ηλικίας περίπου 100 ετών, το οποίο θα στεγάσει το Κέντρο Αριστείας της Deloitte και το «Solaria AI Hub» της, με αντικείμενο την Τεχνητή Νοημοσύνη, που εγκαινιάζεται αύριο.
Άλλα ακίνητα παραμένουν αναξιοποίητα, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κτίριο του παλιού τελωνείου, στον πρώτο όροφο του οποίου διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφος από τον χρόνο ο εξοπλισμός της βιοτεχνίας «Ράινερ» ή «Rheiner», με δεκάδες ραπτομηχανές «Pfaff».
Συνολικά, στην έκταση του λιμανιού υπάρχουν περίπου 100 κτίρια -εξαιρούνται μεταλλικές αποθήκες και υπόστεγα- συνολικού δομημένου εμβαδού 60.500 τετραγωνικών μέτρων. Ορισμένα είναι κηρυγμένα ως διατηρητέα και άλλα όχι, ενώ μέρος του κτιριακού αποθέματος έχει ήδη αναπαλαιωθεί.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι πέντε αποθήκες της πρώτης προβλήτας, που χρονολογούνται από το 1904 και σήμερα στεγάζουν διαφορετικές χρήσεις.
Στην ελεύθερη ζώνη του λιμανιού είχαν κατά καιρούς εγκατασταθεί αρκετές επιχειρήσεις. Μεταξύ αυτών ήταν η γερμανική εταιρεία ετοίμων ενδυμάτων «Πύργος», γνωστή ως «Von Baum», η οποία είχε εγκατασταθεί ήδη από το 1960 στο κτίριο της ΠΑΕΓΑΕ και φέρεται να είχε φτάσει να απασχολεί πάνω από 1.000 εργαζομένους.
Στην ίδια περιοχή λειτούργησαν επίσης η βιομηχανία κατασκευής ελαστικών υφασμάτων του Χρήστου Οικονόμου εντός της Αποθήκης 4, η οποία αποχώρησε στο τέλος του 1966, η Βιομηχανία Ζαχάρεως και, από το 1965, η γερμανική βιομηχανία Ράινερ («ΕΓΕ Rheiner washe und Bekleidung & Fabrik GMBH U. Co Rheiner in Weste»), η οποία έκλεισε πριν από 41 χρόνια.
Το κτίριο της παλιάς αποθήκης της ΠΑΕΓΑΕ (Προνομιούχος Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Αποθηκών Ελλάδος), που βρίσκεται στη δεύτερη προβλήτα του λιμανιού Θεσσαλονίκης, αποτελεί το μεγαλύτερο ακίνητο στο χερσαίο τμήμα του ΟΛΘ.
Έχει εμβαδόν περίπου 14.000 τετραγωνικά μέτρα, βρίσκεται σε οικόπεδο σχεδόν 10 στρεμμάτων και παρέμενε αναξιοποίητο από το 1982.
Κατασκευάστηκε το 1927 από την εταιρεία «Τέκτων» και το κόστος του ανήλθε σε 22.000 χρυσές λίρες. Το κτίριο στέγασε αποθηκευτικούς χώρους έως το 1940, ενώ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επιτάχθηκε από τους Γερμανούς μέχρι την αποχώρησή τους, το 1945.
Μετά τον πόλεμο, μεταξύ 1947 και 1955, φιλοξένησε αποθήκες του Οργανισμού Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών (UNRRA), προτού επιστρέψει, το 1953, στην ΠΑΕΓΑΕ.
Στη συνέχεια συστεγάστηκε για χρόνια με τη «Von Baum», μέχρι το 1982, οπότε το κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ).
Μετά την ανακαίνισή του, το κτίριο θα στεγάσει τους 1.400 εργαζόμενους της Deloitte στη Θεσσαλονίκη, καθώς και το «Solaria AI Hub», το τρίτο αντίστοιχο κέντρο της εταιρείας στην Ευρώπη.
Το ακίνητο έχει σχεδιαστεί ως βιοκλιματικό, με στόχο την πιστοποίηση LEED Gold.
Οι εργασίες περιλάμβαναν ενίσχυση της στατικότητας, ανακαίνιση των όψεων και διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων, προκειμένου να υποστηριχθεί η αλλαγή χρήσης.
Το έργο υλοποιήθηκε από τη Redex του ομίλου Κοπελούζου για λογαριασμό της Dimera Land & Property Investments, ενώ την αρχιτεκτονική μελέτη εκπόνησε το γραφείο Deda & Architects.
Αναξιοποίητο παραμένει, meanwhile, το συγκρότημα των Παλαιών Στάβλων, με βασικό κτίριο τριών ορόφων και μορφολογία που παραπέμπει στα αμερικανικά πρότυπα της εποχής.
Όπως είχε επισημάνει σε παλαιότερο ρεπορτάζ του ΑΠΕ-ΜΠΕ η καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ Βίλμα Χαστάογλου-Μαρτινίδη, το πρώτο κτίριο των στάβλων -οι οποίοι αποτέλεσαν σημαντικό κέντρο συναλλαγών και εμπορίας ζώων- κατασκευάστηκε το 1926 με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα.
Το κτίριο διέθετε ηλεκτροκίνηση, υδραυλικά συστήματα και κλίσεις απορροής. Χαρακτηριστικό στοιχείο του είναι οι μεγάλες κατασκευές που μοιάζουν με καμινάδες, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούσαν ως αεραγωγοί και χρησιμοποιούνταν επίσης για την τροφοδοσία των στάβλων με ζωοτροφές.
Ταυτόχρονα με τον μεγάλο στάβλο κατασκευάστηκε και ο μονώροφος των χοίρων, χωρητικότητας 320 ζώων, ενώ το 1928 ακολούθησαν άλλα δύο κτίρια, με χωρητικότητα 200 μεγάλων και 1.600 μικρών ζώων.
Το πέμπτο κτίριο, ίδιας χωρητικότητας και επιφάνειας 1.200 τ.μ., ανεγέρθηκε το 1929, ενώ ένα έκτο, που επρόκειτο να κατασκευαστεί τον ίδιο χρόνο, δεν σώζεται.
Τα στοιχεία για το συγκρότημα προέρχονται από το ερευνητικό πρόγραμμα «Ένταξη του α’ και β’ προβλήτα του λιμένα Θεσσαλονίκης στον αστικό ιστό» -ομάδα Α. Βασιλειάδης, Α. Παπάζογλου, Γ. Παπακώστας, Ν. Παπαμίχος, Α. Πασχαλίδης, Ε. Σταύρακα, Β. Χαστάογλου-, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και από περαιτέρω προσωπική έρευνα της κας Χαστάογλου.
Περισσότερες ειδήσεις
Επιταχύνεται η τεχνική και χρηματοοικονομική ωρίμανση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Αιγύπτου
Ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα – Πώς την… πάτησε ο Aktor και ο Τούρκος partner του στο ΔΑΑ
Μετ’ εμποδίων και πιέσεων ο διαγωνισμός για το έργο επέκτασης του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» – Αποχώρηση εταιριών, αύξηση κόστους, γκρίνια για καθυστερήσεις