Από μία από τις πιο επιβαρυμένες από την ατμοσφαιρική ρύπανση πόλεις της Ευρώπης, το Μιλάνο επιχειρεί να μετατραπεί σε διεθνές πρότυπο αστικής αναδάσωσης και περιβαλλοντικής αποκατάστασης, με ένα φιλόδοξο σχέδιο που προβλέπει τη φύτευση 3 εκατ. δέντρων και θάμνων έως το 2030. Η ιταλική μητρόπολη, που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αιθαλομίχλης, επενδύει στην επέκταση του αστικού πρασίνου, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, τον περιορισμό των υψηλών θερμοκρασιών και την αναβάθμιση της καθημερινότητας των κατοίκων.
Η προσπάθεια αυτή απέκτησε νέα διεθνή αναγνώριση στις 29 Οκτωβρίου, όταν το πρόγραμμα Forestami ανακηρύχθηκε από τον ΟΗΕ ως μία από τις πέντε νέες πρωτοβουλίες-πρότυπα αποκατάστασης οικοσυστημάτων (World Restoration Flagships), κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιοποικιλότητα (COP17) στο Ερεβάν της Αρμενίας. Πρόκειται για τη μοναδική ευρωπαϊκή πρωτοβουλία που περιλήφθηκε στις πέντε νέες διακρίσεις.
Η περιβαλλοντική πρόκληση για το Μιλάνο παραμένει σημαντική. Στις 17 Οκτωβρίου 2026, η πόλη βρέθηκε στην 7η θέση της παγκόσμιας κατάταξης ατμοσφαιρικής ρύπανσης της IQAir, αποτελώντας τη μοναδική ευρωπαϊκή παρουσία στην πρώτη δεκάδα της συγκεκριμένης χρονικής καταγραφής.

Η γεωγραφική θέση της πόλης στην πεδιάδα του Πάδου, όπου η κυκλοφορία του αέρα είναι περιορισμένη, σε συνδυασμό με την έντονη βιομηχανική δραστηριότητα, τις μεταφορές και τη γεωργία, ευνοεί τη συγκέντρωση ατμοσφαιρικών ρύπων. Σύμφωνα με την IQAir, η μέση συγκέντρωση λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων PM2,5 το 2025 ήταν 3,4 φορές υψηλότερη από την ετήσια κατευθυντήρια τιμή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το Fondazione Forestami προωθεί την ενίσχυση του πρασίνου σε δρόμους, στέγες, προσόψεις κτιρίων και δημόσιους χώρους, εκτιμώντας ότι η αστική βλάστηση μπορεί να συμβάλει στο φιλτράρισμα των αιωρούμενων σωματιδίων, στη μείωση της θερμοκρασίας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2019 με πρωτοβουλία που συνδέεται με τον Ιταλό αρχιτέκτονα Stefano Boeri, δημιουργό του εμβληματικού Bosco Verticale, του «Κάθετου Δάσους» του Μιλάνου. Έκτοτε, έχουν καταγραφεί σχεδόν 640.000 φυτεύσεις δέντρων και θάμνων, ενώ ο Boeri έχει τιμηθεί από το European Lung Foundation για τη συμβολή του στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα.

Ο σχεδιασμός του Forestami προβλέπει τη φύτευση συνολικά 3 εκατ. δέντρων και θάμνων έως το 2030, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου σε ένα δέντρο ανά κάτοικο της μητροπολιτικής περιοχής του Μιλάνου.
Παράλληλα, προβλέπεται αύξηση της κάλυψης από δέντρα κατά 5% και αποκατάσταση 255 εκταρίων υποβαθμισμένων αστικών εκτάσεων, επιφάνειας που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 350 γήπεδα ποδοσφαίρου.
Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν πρώην βιομηχανικές εγκαταστάσεις, χώρους στάθμευσης και αποθηκευτικές εκτάσεις, οι οποίες μπορούν να αποκτήσουν νέες περιβαλλοντικές λειτουργίες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη συμμετοχή σχολείων και κατοίκων, αλλά και στην ανάπτυξη χώρων πρασίνου που θα λειτουργούν ως καταφύγια για επικονιαστές και άλλα είδη άγριας ζωής.

Εκτός από το Forestami, ο ΟΗΕ αναγνώρισε αντίστοιχες πρωτοβουλίες στην Κολομβία, τις ΗΠΑ, την Αιθιοπία και την Κίνα, οι οποίες επικεντρώνονται στην αποκατάσταση υγροτόπων, αστικών πάρκων, δασικών τοπίων και παράκτιων οικοσυστημάτων.
Η αναγνώριση του Μιλάνου συνέπεσε με την παρουσίαση μιας νέας παγκόσμιας έκθεσης για την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, την οποία συνέταξαν το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του ΟΗΕ (UNEP), ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) και η Γραμματεία της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της, 252 εκατ. εκτάρια σε 149 χώρες βρίσκονται σήμερα σε διαδικασία αποκατάστασης, στη μεγαλύτερη καταγεγραμμένη προσπάθεια αυτού του είδους σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει ανεπαρκής για την επίτευξη των διεθνών δεσμεύσεων έως το 2030. Η αποκατάσταση των χερσαίων οικοσυστημάτων έχει πλησιάσει το μισό του σχετικού παγκόσμιου στόχου, ενώ σημαντικά μεγαλύτερη υστέρηση καταγράφεται στα οικοσυστήματα γλυκού νερού, καθώς και στα θαλάσσια και παράκτια οικοσυστήματα, τα οποία υποβαθμίζονται με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς.
Η έκθεση εξετάζει την πρόοδο προς τον στόχο να τεθεί υπό αποτελεσματική αποκατάσταση τουλάχιστον το 30% των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων έως το 2030, ενώ επισημαίνει ότι η ετήσια χρηματοδότηση πρέπει να αυξηθεί περισσότερο από τέσσερις φορές, από 64 δισ. σε 296 δισ. δολάρια.
Πέρα από τα περιβαλλοντικά οφέλη, η αποκατάσταση των οικοσυστημάτων συνδέεται και με σημαντικές οικονομικές προοπτικές.
Σύμφωνα με το UNEP, η αποκατάσταση μόλις του 15% των περιοχών παγκόσμιας προτεραιότητας θα μπορούσε να οδηγήσει σε δέσμευση και αποθήκευση ποσότητας άνθρακα ισοδύναμης με το 30% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τη βιομηχανική επανάσταση, συμβάλλοντας παράλληλα στην αποτροπή έως και του 60% των προβλεπόμενων εξαφανίσεων ειδών.
Επιπλέον, η επίτευξη των διεθνών στόχων θα μπορούσε να δημιουργήσει έως 32 εκατ. νέες θέσεις εργασίας παγκοσμίως έως το 2030.
Η εκτελεστική διευθύντρια του UNEP, Inger Andersen, επισήμανε ότι, παρά τη δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα κινήματα αποκατάστασης της φύσης στην ιστορία, οι παρεμβάσεις εξακολουθούν να μην πραγματοποιούνται στην κλίμακα και με την ταχύτητα που απαιτείται.
Από την πλευρά της, η εκτελεστική γραμματέας της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα, Astrid Schomaker, υπογράμμισε ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιχειρούν την αποκατάσταση της φύσης ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν τις δραστηριότητες που οδηγούν στην καταστροφή της.
Η έκθεση καταλήγει στην ανάγκη μετάβασης από μεμονωμένα περιβαλλοντικά έργα σε οικονομίες αποκατάστασης, οι οποίες θα συνδυάζουν τη μακροχρόνια προστασία των οικοσυστημάτων με τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη στήριξη των τοπικών κοινωνιών.
Περισσότερες ειδήσεις
Θέλεις να κοιμάσαι καλύτερα; Κοίτα τι υπάρχει έξω από το παράθυρό σου
Αέρας – «δηλητήριο» σε 14 ελληνικές πόλεις: Στον πάτο της Ευρώπης Αθήνα και Ιωάννινα
Η «πράσινη» μεταμόρφωση του Παρισιού – Η μητρόπολη που έγινε πρότυπο αστικής βιωσιμότητας
Ζούσαμε πιο «πράσινα» πριν το πλαστικό; Οι συνήθειες του χθες που επιστρέφουν ως λύση του αύριο