Το 26% των εργαζομένων που συμμετείχαν σε πρόσφατη δημοσκόπηση δηλώνει ότι συνεχίζει να εργάζεται ακόμη και μετά το «χτύπημα» της ψηφιακής κάρτας εργασίας, χωρίς να καταγράφεται ο επιπλέον χρόνος απασχόλησης. Την ίδια ώρα, το 42% αναφέρει ότι οι υπερωρίες του ούτε δηλώνονται ούτε αμείβονται, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στην καθημερινή εφαρμογή του μέτρου.
Τα στοιχεία προκύπτουν από έρευνα του kariera.gr, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο μέσω δημοσκοπήσεων στο LinkedIn, καταγράφοντας τις διαφορετικές εμπειρίες των συμμετεχόντων από τη χρήση της ψηφιακής κάρτας και τη διαχείριση του χρόνου εργασίας στις επιχειρήσεις.
Συγκεκριμένα, το 62% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι μετά τη λήξη του ωραρίου σχολάει και αποσυνδέεται κανονικά. Ωστόσο, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις (26%) αναφέρουν ότι συνεχίζουν να εργάζονται, χωρίς να καταγράφεται ο επιπλέον χρόνος απασχόλησης.

Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι το 7% δεν γνωρίζει αν οι πρόσθετες ώρες εργασίας του καταχωρούνται, ενώ μόλις το 3% δηλώνει ότι συνεχίζει να εργάζεται, με τις επιπλέον ώρες να καταγράφονται κανονικά.
Τα ευρήματα αυτά αποτυπώνουν διαφορετικές πρακτικές στους χώρους εργασίας, καθώς ορισμένοι εργαζόμενοι αποχωρούν μόλις «χτυπήσουν» την κάρτα, ενώ άλλοι συνεχίζουν να εργάζονται χωρίς να δηλώνεται ο πρόσθετος χρόνος απασχόλησης.
Διαφορετικές αντιδράσεις καταγράφονται και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλούνται από τον προϊστάμενό τους να ολοκληρώσουν μια εργασία, παρότι έχουν ήδη καταγράψει την αποχώρησή τους.
Συγκεκριμένα, το 36% των συμμετεχόντων ζητά να δηλωθεί επισήμως ο επιπλέον χρόνος απασχόλησης προκειμένου να παραμείνει, ενώ το 25% ανταποκρίνεται θετικά, χωρίς οι πρόσθετες ώρες να αποτυπώνονται στο ωράριό του.

Παράλληλα, το 20% επιλέγει να μην αναλάβει την εργασία, καθώς έχει ήδη σχολάσει, ενώ το 19% αναφέρει ότι δεν έχει βρεθεί ποτέ σε αντίστοιχη κατάσταση.
Και σε αυτή την περίπτωση, ο τρόπος διαχείρισης του αιτήματος για πρόσθετη εργασία διαφέρει, καθώς αρκετοί εργαζόμενοι ζητούν την επίσημη αναγνώριση του επιπλέον χρόνου απασχόλησης, ενώ άλλοι συνεχίζουν να εργάζονται χωρίς καταγραφή.
Τι συμβαίνει, όμως, εάν ένας εργαζόμενος χρειαστεί να δουλέψει περισσότερες ώρες για την ολοκλήρωση μιας σημαντικής εργασίας;
Σχεδόν μοιρασμένες εμφανίζονται οι απαντήσεις στο ζήτημα της αμοιβής των υπερωριών. Συγκεκριμένα, το 45% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι πληρώνεται κανονικά για τις επιπλέον ώρες, ενώ το 42% αναφέρει ότι οι ώρες αυτές ούτε δηλώνονται ούτε αμείβονται.
Παράλληλα, το 7% σημειώνει ότι οι υπερωρίες διευθετούνται με άλλον τρόπο, ενώ το 4% λαμβάνει πρόσθετη άδεια αντί χρηματικής αποζημίωσης.
Η διαφορά των μόλις τριών ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ όσων δηλώνουν ότι αμείβονται για την υπερωριακή εργασία τους και όσων αναφέρουν ότι απασχολούνται επιπλέον χωρίς αποζημίωση αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα της δημοσκόπησης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απαντήσεις για το πώς αντιμετωπίζεται η συστηματική εργασία πέραν του κανονικού ωραρίου.
Συγκεκριμένα, το 36% των συμμετεχόντων θεωρεί την υπερωριακή απασχόληση ένδειξη αυξημένου φόρτου εργασίας, ενώ το 34% εκτιμά ότι αποτελεί εξαίρεση σε περιόδους αιχμής.
Από την άλλη πλευρά, το 21% τη θεωρεί αναμενόμενο μέρος της δουλειάς, ενώ μόλις το 10% τη συνδέει με την αφοσίωση του εργαζομένου.

Συνολικά, οι περισσότεροι συμμετέχοντες συνδέουν τις υπερωρίες με τις αυξημένες απαιτήσεις της εργασίας ή με έκτακτες ανάγκες και όχι τόσο με τη στάση του εργαζομένου απέναντι στην επιχείρηση.
Η Ζένια Δελαγραμμάτη, CHRO της Optima Group και του kariera.gr, δηλώνει:
«Η ψηφιακή κάρτα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη διαφάνεια, όμως η ουσιαστική αλλαγή δεν έρχεται μόνο μέσα από τη νομοθεσία και τα συστήματα. Έρχεται όταν οι επιχειρήσεις καλλιεργούν μια κουλτούρα σεβασμού στον χρόνο εργασίας και οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι μπορούν να μιλούν ανοιχτά για την καθημερινότητά τους. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να καταγράφουμε σωστά τις ώρες, αλλά να διαχειριζόμαστε καλύτερα τον χρόνο και τους ανθρώπους μας».
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν μια σύνθετη εικόνα γύρω από την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας και τη διαχείριση της υπερωριακής εργασίας στην πράξη, αναδεικνύοντας τόσο τις διαφορετικές πρακτικές καταγραφής του χρόνου εργασίας όσο και όσα συμβαίνουν όταν η απασχόληση συνεχίζεται μετά τη δηλωμένη ώρα αποχώρησης.