Παρουσιάστηκε σήμερα (17/7) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το νέο Σχέδιο Δράσης για τον Εξηλεκτρισμό (Electrification Action Plan), μαζί με την πρόταση αναθεώρησης του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), σηματοδοτώντας μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις της Ένωσης στην ενεργειακή και βιομηχανική πολιτική ενόψει του 2040. Οι προτάσεις στοχεύουν στη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, στη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και στην επιτάχυνση της απανθρακοποίησης της οικονομίας.
Η Κομισιόν επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός πως περίπου το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση παράγεται πλέον από εγχώριες καθαρές πηγές, ο εξηλεκτρισμός της τελικής κατανάλωσης ενέργειας παραμένει στάσιμος στο 23% εδώ και περίπου μία δεκαετία. Για τον λόγο αυτό προτείνει να εξεταστεί, στο πλαίσιο του ενεργειακού πακέτου μετά το 2030, ένας ενδεικτικός στόχος ώστε το ποσοστό αυτό να ανέλθει στο 46% έως το 2040, με βασικούς άξονες τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τα κτίρια.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, η επίτευξη αυτού του στόχου θα μπορούσε να μειώσει τον λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων κατά περίπου 260 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2040, ενισχύοντας παράλληλα την ενεργειακή ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Παράλληλα με το Σχέδιο Δράσης, η Επιτροπή προτείνει την αναθεώρηση του EU ETS, το οποίο χαρακτηρίζει ως το βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Από την έναρξη λειτουργίας του το 2005, το σύστημα έχει αποφέρει περισσότερα από 270 δισ. ευρώ σε έσοδα, τα οποία έχουν επανεπενδυθεί στην καινοτομία, στον εκσυγχρονισμό των ενεργειακών συστημάτων και στη βιομηχανική απανθρακοποίηση, ενώ στους τομείς που καλύπτει οι εκπομπές έχουν μειωθεί κατά περίπου 50%.
Η νέα πρόταση προβλέπει η μείωση των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών μετά το 2030 να ακολουθήσει πιο σταδιακή πορεία, προσαρμοσμένη στις νέες οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες. Παράλληλα, εισάγεται η δυνατότητα αξιοποίησης έως 2% διεθνών πιστώσεων άνθρακα κατά την περίοδο 2036-2040, προκειμένου να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στους κλάδους όπου η περαιτέρω μείωση των εκπομπών θα είναι τεχνικά πιο απαιτητική.
Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης αποτελεί η δημιουργία της Industrial Decarbonisation Bank, η οποία θα διαθέσει περίπου 100 δισ. ευρώ για έργα βιομηχανικής απανθρακοποίησης σε ολόκληρη την Ευρώπη. Παράλληλα, συνεχίζεται η λειτουργία του Innovation Fund, ενώ τα κράτη-μέλη θα υποχρεούνται να επανεπενδύουν τουλάχιστον το 50% των εθνικών εσόδων από το ETS σε δράσεις που συμβάλλουν στην απανθρακοποίηση των τομέων που υπάγονται στο σύστημα.
Η Επιτροπή προτείνει επίσης τη διατήρηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών προς τη βιομηχανία και μετά το 2030, συνδέοντάς τα όμως ακόμη στενότερα με πραγματικές επενδύσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, για τους κλάδους που καλύπτονται από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) προβλέπεται επιβράδυνση της σταδιακής κατάργησης των δωρεάν δικαιωμάτων, με την πλήρη κατάργησή τους να μετατίθεται έως το 2038, ενώ προτείνεται επιπλέον αύξηση των δωρεάν κατανομών συνολικής αξίας περίπου 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030.
Στην ίδια δέσμη μέτρων περιλαμβάνονται ακόμη αλλαγές στον Μηχανισμό Σταθερότητας της Αγοράς (Market Stability Reserve), η ενσωμάτωση των μόνιμων αφαιρέσεων άνθρακα στο ETS, η περαιτέρω ενίσχυση του συστήματος για τις αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές, καθώς και η επέκτασή του στην αποτέφρωση αποβλήτων.
Στο επίκεντρο του Electrification Action Plan βρίσκεται η προσπάθεια να καταστεί η ηλεκτρική ενέργεια οικονομικά πιο ανταγωνιστική έναντι των ορυκτών καυσίμων. Όπως σημειώνει η Επιτροπή, σήμερα η ηλεκτρική ενέργεια κοστίζει συχνά έως και τρεις φορές περισσότερο από το φυσικό αέριο, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για επιχειρήσεις και καταναλωτές που εξετάζουν τη μετάβαση σε ηλεκτρικές τεχνολογίες.
Για τον λόγο αυτό προτείνονται παρεμβάσεις που θα επιτρέπουν στα κράτη-μέλη να μειώνουν τις χρεώσεις δικτύου για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών και τη φορολογική επιβάρυνση των ενεργοβόρων επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα επιταχύνεται η ανάπτυξη έξυπνων μετρητών ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα την κατανάλωσή τους και να μειώνουν το ενεργειακό τους κόστος. Η Επιτροπή επιδιώκει επίσης η ηλεκτρική ενέργεια να μην φορολογείται βαρύτερα από το φυσικό αέριο, ώστε να εξαλειφθεί ένα από τα σημαντικότερα αντικίνητρα για τον εξηλεκτρισμό.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη μείωση του αρχικού κόστους επένδυσης για τεχνολογίες όπως οι αντλίες θερμότητας, τα ηλεκτρικά οχήματα και οι μπαταρίες, μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων όπως το Social Climate Fund, η Industrial Decarbonisation Bank, καθώς και ειδικών μηχανισμών για την ανάπτυξη της αγοράς καθαρής θέρμανσης.
Παράλληλα, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η επιτυχία του σχεδίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτερη ανάπτυξη και αναβάθμιση των ευρωπαϊκών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι μεγάλες καθυστερήσεις στις νέες συνδέσεις αποτελούν σήμερα ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας. Τέλος, το σχέδιο περιλαμβάνει δράσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης στις καθαρές τεχνολογίες, την ανάπτυξη νέων επενδυτικών έργων και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, με την Επιτροπή να εκτιμά ότι η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού μπορεί να δημιουργήσει εκατοντάδες χιλιάδες νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας στην Ευρώπη.
Περισσότερες ειδήσεις
Ελ. Χαρπαντίδου: Οι ΑΠΕ χρειάζονται ορατότητα και ετοιμότητα υποδομών
«Πόρτα» Παπασταύρου για φωτοβολταϊκά σε δάση και περιοχές Natura