Σε ένα από τα σημαντικότερα ανοιχτά ζητήματα των μεταφορών αναδεικνύεται η έλλειψη εργαζομένων, καθώς οι ανάγκες αυξάνονται την ώρα που η προσέλκυση και η διατήρηση προσωπικού γίνεται ολοένα δυσκολότερες, ενώ το κάδρο του προβλήματος περικλείει το σύνολο του κλάδου από τις οδικές έως τις θαλάσσιες και τις αεροπορικές μεταφορές, με την Ελλάδα να αντιμετωπίζει ήδη σημαντικές ελλείψεις.
Η εικόνα που παρουσιάστηκε στο συνέδριο ITC 2026 καταδεικνύει ότι οι ελλείψεις αφορούν σχεδόν το σύνολο των ειδικοτήτων, οδηγούς λεωφορείων και φορτηγών, ναυτικούς, πιλότους, μηχανικούς αεροσκαφών, ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας και εργαζομένους στην επίγεια εξυπηρέτηση. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, το πρόβλημα συνδέεται όχι μόνο με τις αποχωρήσεις εργαζομένων, αλλά και με το κόστος και τις συνθήκες που συνοδεύουν την είσοδο και την παραμονή στα συγκεκριμένα επαγγέλματα.
Στα αστικά λεωφορεία της Αθήνας, οι ελλείψεις έχουν ήδη άμεσο αντίκτυπο στη λειτουργία. Η ΟΣΥ απασχολεί περίπου 3.000 οδηγούς, ωστόσο, σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή παραγωγής της εταιρείας, Γεώργιο Δρόση, απαιτούνται ακόμη περίπου 400 άτομα για την επαρκή κάλυψη του προγράμματος.
Προσπάθειες για την κάλυψη των θέσεων πραγματοποιούνται συνεχώς από το 2021, χωρίς όμως η συμμετοχή να είναι αρκετή. Η εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου στο Δημόσιο, που συνεπάγεται χαμηλότερες αποδοχές και δύο μισθούς λιγότερους, αποτελεί σύμφωνα με τον κ. Δρόση έναν από τους βασικούς λόγους που η θέση δεν προσελκύει αρκετούς εργαζομένους. Παράλληλα, οι συνταξιοδοτήσεις και ο υψηλός μέσος όρος ηλικίας του προσωπικού εντείνουν τις ανάγκες.
Για να διευκολύνει την είσοδο νέων οδηγών, η ΟΣΥ δημιούργησε σχολή που απευθύνεται αποκλειστικά σε υποψηφίους οι οποίοι πρόκειται να εργαστούν στην εταιρεία. Η ΟΣΥ καλύπτει το κόστος για το δίπλωμα και την εκπαίδευση, ενώ ο υποψήφιος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραμείνει στην εταιρεία για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Στην πρώτη προκήρυξη συμμετείχαν 167 άτομα και η διοίκηση έχει προαναγγείλει τη συνέχιση του μοντέλου με νέες προκηρύξεις. Η εκπαίδευση θα περιλαμβάνει και τα νέα οχήματα της εταιρείας, μεταξύ των οποίων ηλεκτρικά λεωφορεία, ενώ υπάρχει στόχος για μελλοντική ένταξη και λεωφορείων υδρογόνου.
Ανάλογες διαστάσεις έχει λάβει το ζήτημα και στις εμπορευματικές μεταφορές. Μελέτη της IRU για το 2025, την οποία παρουσίασε ο πρόεδρος της ΟΦΑΕ Δημήτρης Φωκαΐδης, κατέγραψε περίπου 2,9 εκατομμύρια κενές θέσεις οδηγών φορτηγών σε 18 αγορές, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 11%. Στην Ευρώπη οι κενές θέσεις υπολογίζονται σε περίπου 500.000, ποσοστό 13%, ενώ μέχρι το 2030 αναμένεται να συνταξιοδοτηθούν περίπου 660.000 επαγγελματίες οδηγοί επιβαρύνοντας έτι περαιτέρω την κατάσταση.
Στην ελληνική αγορά, η παλαιότητα των οχημάτων αποτελεί έναν από τους παράγοντες που λειτουργούν αποτρεπτικά. Οι οδηγοί καλούνται επίσης να αντιμετωπίσουν καθυστερήσεις στα σύνορα, έλλειψη ασφαλών χώρων στάθμευσης και υγιεινής, αλλά και μεγάλες αναμονές στη φορτοεκφόρτωση. Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα επάγγελμα με αυστηρούς περιορισμούς στον χρόνο εργασίας και οδήγησης, πράγμα που σημαίνει ότι μια παράβαση ακόμη και λίγων λεπτών μπορεί να επιφέρει οικονομικές και διοικητικές κυρώσεις, μέχρι και αφαίρεση διπλώματος.
Η ΟΦΑΕ προτείνει, μεταξύ άλλων, τη χρηματοδότηση της απόκτησης επαγγελματικού διπλώματος, τη δημιουργία οργανωμένης εκπαίδευσης σε σύνδεση με τις επιχειρήσεις logistics και μεταφορών και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας. Στις προτάσεις περιλαμβάνονται ακόμη ο διαχωρισμός των οδηγών από τους φορτοεκφορτωτές και η προσέλκυση εργαζομένων από τρίτες χώρες με εκπαίδευση και πιστοποίηση σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Η αλλαγή αυτή θα μπορούσε, σύμφωνα με την ΟΦΑΕ, να διευκολύνει και την είσοδο περισσότερων γυναικών στον κλάδο. Στην Ευρώπη σήμερα οι γυναίκες αποτελούν περίπου το 4% των οδηγών φορτηγών.
Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα και στις αερομεταφορές, όπου η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Όπως ανέφερε ο πρόεδρος της Ελληνικής Αεροπορικής Ένωσης Αθανάσιος Μπίνης, οι εκτιμήσεις του κλάδου και διεθνών οργανισμών δείχνουν ότι την επόμενη δεκαετία θα χρειαστούν παγκοσμίως περίπου 1,5 εκατομμύριο νέοι εργαζόμενοι στην αεροπορία. Σε ορίζοντα εικοσαετίας, οι ανάγκες σχεδόν διπλασιάζονται.
Από το σύνολο των νέων εργαζομένων που θα χρειαστούν, περίπου 300.000 θα είναι χειριστές αεροσκαφών, 400.000 μηχανικοί αεροσκαφών, 670.000 μέλη πληρωμάτων καμπίνας και περίπου 70.000 ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι περίπου το 60% των αναγκών δεν συνδέεται με την ανάπτυξη του κλάδου, αλλά με την αντικατάσταση του υφιστάμενου προσωπικού που πρόκειται να αποχωρήσει.
Σύμφωνα με τον κ. Μπίνη, την είσοδο στην αεροπορία ναρκοθετούν και οι σημαντικές απαιτήσεις που αυτή συνεπάγεται. Για έναν υποψήφιο πιλότο, το κόστος απόκτησης του αρχικού πτυχίου που απαιτείται για να εργαστεί σε αεροπορική εταιρεία μπορεί να φτάσει περίπου τις 100.000 ευρώ. Παράλληλα, υπάρχουν περιορισμοί στη χωρητικότητα των σχολών και έλλειψη εκπαιδευτών, γεγονός που δυσκολεύει την παραγωγή νέων επαγγελματιών.
Για την αντιμετώπιση του κόστους, ορισμένες αεροπορικές εταιρείες προσφέρουν υποτροφίες τόσο σε πιλότους όσο και σε μηχανικούς αεροσκαφών, με την προϋπόθεση παραμονής στον αερομεταφορέα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η εκπαίδευση και η πιστοποίηση, πάντως, απαιτούν χρόνο και δεν επιτρέπουν την άμεση κάλυψη των κενών. Η κατάσταση επιδεινώθηκε και από την περίοδο του COVID, όταν σταμάτησαν εκπαιδευτικά προγράμματα, υπήρξαν μαζικές αποχωρήσεις και διακόπηκε η ομαλή ανανέωση του προσωπικού.
Ελλείψεις καταγράφονται ήδη και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον κ. Μπίνη, ενώ έχουν προχωρήσει 97 προσλήψεις ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και έχουν δρομολογηθεί άλλες 80, περίπου 20 έως 30 ελεγκτές αποχωρούν κάθε χρόνο. Προβλήματα υπάρχουν επίσης στους ηλεκτρονικούς, με μεγαλύτερη ένταση στα περιφερειακά αεροδρόμια. Εκτιμάται μάλιστα ότι μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια η χώρα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με έλλειμμα περίπου 1.500 χειριστών και αρκετών μηχανικών, μεταξύ άλλων εξαιτίας του διεθνούς ανταγωνισμού για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων και από χώρες της Μέσης Ανατολής.
Ανάλογες ανάγκες αναμένεται να εμφανιστούν και στην επίγεια εξυπηρέτηση. Πρόκειται για δραστηριότητα υψηλής έντασης εργασίας, που απαιτεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων για την ομαλή λειτουργία των αεροδρομίων. Οι συνθήκες εργασίας, ιδιαίτερα στις νυχτερινές βάρδιες, αποτελούν επιπλέον αντικίνητρο για την προσέλκυση προσωπικού.
Στην ακτοπλοΐα, η κατάσταση διαφοροποιείται ανάλογα με την περίοδο και το αντικείμενο εργασίας. Η εποχικότητα δημιουργεί μεγαλύτερες ανάγκες το καλοκαίρι, όταν αυξάνονται τα δρομολόγια. Σύμφωνα με την 4η έκθεση του ΝΑΤ, το 2025 εργάζονταν στα επιβατηγά πλοία περίπου 5.600 ναυτικοί, έναντι 5.400 το 2024, σημειώνοντας αύξηση περίπου 5%.
Περίπου ένας στους τρεις εγγεγραμμένους ναυτικούς στο ΝΑΤ είναι ηλικίας 18 έως 30 ετών, ωστόσο αρκετοί νέοι εγκαταλείπουν το επάγγελμα μετά τα πρώτα ταξίδια τους. Παράλληλα, δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή των ελλείψεων ανά κατηγορία εργαζομένων, γεγονός που δυσκολεύει τον ακριβή σχεδιασμό. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος έχει ξεκινήσει διάλογος μεταξύ πολιτείας, σωματείων και επιχειρήσεων, ενώ πραγματοποιούνται και δράσεις ενημέρωσης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Την ίδια στιγμή, το αυξημένο κόστος των καυσίμων επιβαρύνει συνολικά τον κλάδο των μεταφορών. Στα πλοία, το καύσιμο αντιστοιχεί περίπου στο 50% – 60% του λειτουργικού κόστους, ενώ ο τόνος έχει ξεπεράσει τα 1.000 ευρώ.
Στις οδικές μεταφορές, το πετρέλαιο έχει αυξηθεί από περίπου 1,45 ευρώ πριν τον πόλεμο στα 2,15 – 2,20 ευρώ το λίτρο σήμερα. Σύμφωνα με την ΟΦΑΕ, η μεταβολή αυτή αυξάνει περίπου κατά 30% το λειτουργικό κόστος, ενώ μαζί με τα ανταλλακτικά, τα ελαστικά και τις υπόλοιπες δαπάνες δημιουργεί σημαντική πίεση στις επιχειρήσεις. Για μια μικρή εταιρεία με πέντε ή δέκα φορτηγά, το αυξημένο κόστος δημιουργεί ακόμη και ζήτημα βιωσιμότητας.
Η ΟΦΑΕ ζητά για τον λόγο αυτό στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως αλλαγές στον ειδικό φόρο κατανάλωσης ή στον ΦΠΑ και επιδότηση των λίτρων καυσίμου που καταναλώνουν τα φορτηγά, αλλά και μηχανισμούς που θα ενεργοποιούν αντίστοιχα μέτρα όταν οι τιμές ξεπερνούν συγκεκριμένα επίπεδα.
Περισσότερες ειδήσεις
Ελλάδα: Πρωταθλήτρια στην αύξηση των αεροπορικών εισιτηρίων στην ΕΕ