Υποχώρηση του οικονομικού κλίματος μεταξύ των διευθυνόντων συμβούλων των μεγαλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων καταγράφεται το γ΄ τρίμηνο του 2026, με το αυξημένο ενεργειακό κόστος και την παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή να εντείνουν τον προβληματισμό για την πορεία της οικονομίας. Σύμφωνα με την έρευνα ΕΑΣΕ/ICAP CRIF, ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος μειώθηκε στις 141 μονάδες από 153 το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ μόλις το 16% των CEOs εκτιμά ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας θα βελτιωθεί μέσα στον επόμενο χρόνο.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την Ένωση Ανωτάτων Στελεχών Επιχειρήσεων (ΕΑΣΕ) σε συνεργασία με την ICAP CRIF, την περίοδο 14–28 Σεπτεμβρίου 2026, σε δείγμα 2.700 διευθυνόντων συμβούλων και γενικών διευθυντών των μεγαλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων.
Η κάμψη αποτυπώνεται σε όλες τις κατηγορίες μεγέθους επιχειρήσεων. Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης υποχώρησε στις 139 μονάδες από 145, ενώ μεγαλύτερη ήταν η μείωση του δείκτη προσδοκιών, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 142 μονάδες από 160 το προηγούμενο τρίμηνο.
Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της χώρας μειώθηκε στις 177 μονάδες από 186, ενώ το ποσοστό των CEOs που θεωρούν ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με έναν χρόνο πριν περιορίστηκε σε 19% από 29%. Στις μεγάλες επιχειρήσεις το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώθηκε σε 25%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η υποχώρηση των προσδοκιών για το επόμενο έτος. Ο σχετικός δείκτης μειώθηκε στις 146 μονάδες από 183, με μόλις 16% των CEOs να προβλέπει βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας, έναντι 30% το προηγούμενο τρίμηνο. Στις βιομηχανικές επιχειρήσεις το ποσοστό ανέρχεται σε 29%.
Διαφορετική είναι η εικόνα για την τρέχουσα κατάσταση των επιμέρους κλάδων. Ο σχετικός δείκτης σημείωσε μικρή άνοδο στις 162 μονάδες από 159, ενώ το 26% των CEOs θεωρεί ότι ο κλάδος δραστηριοποίησής του βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση σε σχέση με έναν χρόνο πριν, έναντι 25% το προηγούμενο τρίμηνο. Στις μεγάλες επιχειρήσεις το ποσοστό φθάνει το 39%.
Ωστόσο, ο δείκτης προσδοκιών για την οικονομική κατάσταση των κλάδων υποχώρησε στις 153 μονάδες από 172. Το ποσοστό όσων αναμένουν βελτίωση μέσα στον επόμενο χρόνο μειώθηκε σε 24% από 30%, ενώ στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών διαμορφώθηκε σε 30%.
Πτωτική είναι η εικόνα και για την οικονομική κατάσταση των ίδιων των επιχειρήσεων. Ο δείκτης τρέχουσας οικονομικής κατάστασης μειώθηκε στις 118 μονάδες από 125, ενώ το 47% των CEOs δηλώνει ότι η κατάσταση της εταιρείας του έχει βελτιωθεί σε σχέση με έναν χρόνο πριν, έναντι 52% το προηγούμενο τρίμηνο. Στις εμπορικές επιχειρήσεις το ποσοστό ανέρχεται σε 51%.
Παράλληλα, ο δείκτης προσδοκιών για την οικονομική κατάσταση των εταιρειών υποχώρησε στις 129 μονάδες από 138. Το ποσοστό των CEOs που αναμένουν βελτίωση το επόμενο έτος περιορίστηκε σε 39% από 49%, χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ κλάδων και μεγεθών επιχειρήσεων.
Στο πεδίο των επενδύσεων, ο δείκτης τρεχουσών δαπανών παγίου κεφαλαίου μειώθηκε στις 126 μονάδες από 136. Το 29% των CEOs δηλώνει ότι η επενδυτική δαπάνη της επιχείρησής του είναι υψηλότερη από το προηγούμενο έτος, έναντι 37% το προηγούμενο τρίμηνο. Το ποσοστό φθάνει το 36% στις μεγάλες και στις βιομηχανικές επιχειρήσεις.
Ο δείκτης επενδυτικών προσδοκιών υποχώρησε στις 142 μονάδες από 149, με το 35% των CEOs να αναμένει υψηλότερες επενδυτικές δαπάνες τον επόμενο χρόνο. Το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται σε 44% στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και σε 43% στις βιομηχανικές.
Ανάλογη είναι η εικόνα στην απασχόληση. Ο δείκτης τρέχουσας απασχόλησης μειώθηκε στις 112 μονάδες από 120, με το 40% των CEOs να δηλώνει ότι απασχολεί περισσότερους εργαζομένους σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν. Στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις το ποσοστό φθάνει το 61%.
Ο δείκτης προσδοκιών απασχόλησης υποχώρησε στις 141 μονάδες από 158, ενώ το 33% των CEOs εκτιμά ότι ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρησή του θα είναι αυξημένος σε έναν χρόνο. Το ποσοστό ανέρχεται σε 39% στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απαντήσεις των CEOs στις πρόσθετες ερωτήσεις για την επίδραση των αυξημένων τιμών των καυσίμων στην κερδοφορία των επιχειρήσεων.
Το 49% αξιολογεί την επίδραση ως μέτρια, το 26% ως χαμηλή και το 25% εκτιμά ότι η άνοδος των τιμών των καυσίμων έχει προκαλέσει υψηλή αρνητική επίδραση στην κερδοφορία.
Η επιβάρυνση εμφανίζεται εντονότερη στη βιομηχανία, όπου το ποσοστό των CEOs που διαπιστώνουν υψηλή αρνητική επίδραση ανέρχεται σε 43%.
Αντίστοιχα, όσον αφορά τη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων, μόλις το 4% των CEOs τη χαρακτηρίζει χαμηλή, ενώ το 51% τη θεωρεί μέτρια και το 45% υψηλή.
Στις πολύ μεγάλες και στις βιομηχανικές επιχειρήσεις κανένας από τους CEOs που συμμετείχαν δεν αξιολόγησε ως χαμηλή τη φορολογική επιβάρυνση.
Το ποσοστό όσων θεωρούν υψηλή τη φορολογική επιβάρυνση φθάνει το 51% στις εμπορικές επιχειρήσεις και το 50% στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.