MENU

Γιατί κανείς δεν θέλει να μιλήσει για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή;

Το πολιτικό κόστος, οι δισταγμοί και οι χαμένες ευκαιρίες πίσω από ένα ζήτημα που γίνεται ολοένα πιο επείγον

Η ανάγκη για κλιματική προσαρμογή, δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική συζήτηση, τοποθετημένη στο μακρινό μέλλον. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής βρίσκονται ήδη εδώ, επηρεάζοντας ενεργειακά δίκτυα, υποδομές, γεωργική παραγωγή και την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ωστόσο, παρά την αυξανόμενη οικονομική και κοινωνική τεκμηρίωση υπέρ της προσαρμογής, οι πολιτικές αποφάσεις και οι δημόσιες επενδύσεις εξακολουθούν να κινούνται με βραδείς ρυθμούς.

Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Reuters, το χάσμα ανάμεσα στην αναγνώριση του προβλήματος και στην εφαρμογή ουσιαστικών πολιτικών προσαρμογής παραμένει μεγάλο, καθώς πολλές κυβερνήσεις διστάζουν να εντάξουν την προσαρμογή στον πυρήνα της στρατηγικής τους για το κλίμα.

Η προσαρμογή παραμένει στη «σκιά» της απανθρακοποίησης

Ένα από τα βασικά εμπόδια είναι, ότι η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των εκπομπών και στην απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Αν και η απανθρακοποίηση θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη, η προσαρμογή συχνά αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα προτεραιότητα.

Όπως επισημαίνεται, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Τα δίκτυα ηλεκτρισμού, οι υποδομές ύδρευσης και οι εφοδιαστικές αλυσίδες σχεδιάστηκαν για ένα κλίμα που δεν υπάρχει πλέον. Τα ολοένα συχνότερα κύματα καύσωνα αυξάνουν τη ζήτηση για ψύξη και κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στα ενεργειακά συστήματα.

Το λάθος δίλημμα της «ήττας»

Ένας δεύτερος λόγος που καθυστερεί τις αποφάσεις αφορά την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Για αρκετούς ηγέτες, η έμφαση στην προσαρμογή μοιάζει με έμμεση παραδοχή ότι οι προειδοποιήσεις των προηγούμενων ετών δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Ωστόσο, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη. Η προσαρμογή δεν αποτελεί εγκατάλειψη της προσπάθειας περιορισμού της υπερθέρμανσης, αλλά αναγκαίο συμπλήρωμά της.

Μελέτες δείχνουν ότι κάθε 1 δολάριο που επενδύεται σε μέτρα προσαρμογής μπορεί να αποφέρει περισσότερα από 10 δολάρια σε οικονομικά και κοινωνικά οφέλη μέσω της αποφυγής ζημιών, διακοπών λειτουργίας και απωλειών παραγωγικότητας.

Παρά τα στοιχεία αυτά, πολλές χώρες εξακολουθούν να επενδύουν ανεπαρκώς σε έργα ανθεκτικότητας απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα.

Από τις ακτές μέχρι τις καλλιέργειες

Οι συνέπειες γίνονται ήδη ορατές σε πολλές περιοχές του πλανήτη.

Παράκτιες πόλεις στην Ισπανία, στη Νέα Ζηλανδία και στη Μοζαμβίκη καλούνται να εξετάσουν ακόμη και σενάρια οργανωμένης υποχώρησης από περιοχές που απειλούνται από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας.

Την ίδια στιγμή, αγροτικές καλλιέργειες που αποτελούν βασικό πυλώνα τοπικών οικονομιών, όπως ο καφές στο Βιετνάμ και το καλαμπόκι στην Τανζανία, αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες εξαιτίας των μεταβαλλόμενων κλιματικών συνθηκών.

Η καθυστέρηση λήψης μέτρων περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές και αυξάνει το κόστος προσαρμογής στο μέλλον.

Ποιος έχει τελικά την ευθύνη;

Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά τη διακυβέρνηση. Σε πολλές χώρες δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το ποιος είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση πολιτικών προσαρμογής.

Έρευνα στη Βραζιλία έδειξε ότι οι πολίτες δυσκολεύονται να προσδιορίσουν αν την ευθύνη φέρουν οι κυβερνήσεις, οι δημόσιοι οργανισμοί, οι επιχειρήσεις ή η κοινωνία των πολιτών. Παράλληλα, περίπου τρεις στους τέσσερις πολίτες δήλωσαν ότι θα υποστήριζαν συγκεκριμένες κυβερνητικές δεσμεύσεις για την κλιματική προσαρμογή.

Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η κοινωνική αποδοχή υπάρχει ήδη, αλλά η πολιτική ηγεσία συχνά δεν αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Οι επιχειρήσεις προετοιμάζονται για έναν θερμότερο κόσμο

Ενώ η πολιτική συζήτηση προχωρά με αργούς ρυθμούς, ο ιδιωτικός τομέας φαίνεται να προσαρμόζεται ταχύτερα.

Καθώς οι οικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται ολοένα πιο εμφανείς, οι επιχειρήσεις ενσωματώνουν ήδη τους σχετικούς κινδύνους στον σχεδιασμό τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλείται το Reuters, οι εταιρικές δαπάνες για δράσεις προσαρμογής ενδέχεται να φτάσουν τα 1,2 τρισ. δολάρια ετησίως έως το 2100.

Η τάση αυτή αντικατοπτρίζει την αυξανόμενη αναγνώριση ότι η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική ανάγκη, αλλά και οικονομική προϋπόθεση για τη διατήρηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.

Η προσαρμογή ως προϋπόθεση ανάπτυξης

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η προσαρμογή δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική πολιτική. Αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη διατήρηση της λειτουργίας των υποδομών, την προστασία των κοινωνιών και τη θωράκιση των οικονομιών απέναντι στις επιπτώσεις που ήδη εκδηλώνονται.

Σε έναν κόσμο όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα και εντονότερα, η προσαρμογή δεν είναι αμυντική επιλογή. Είναι βασική προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και για την επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης.

Περισσότερες ειδήσεις

Η ακραία ζέστη «καίει» την οικονομία της Ευρώπης – Έως και 7% του ΑΕΠ μπορεί να χαθεί έως το 2030

«Στερεύουν» τα αποθέματα νερού σε Αλόννησο και Τήνο – Σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης για το καλοκαίρι

Cinque Terre: Η κλιματική αλλαγή απειλεί το στολίδι της Ιταλίας με κύματα… 13 μέτρων!

Σχετικά Άρθρα