Το 50% του πληθυσμού της Ευρώπης εκτέθηκε σε κακά, πολύ κακά ή εξαιρετικά κακά επίπεδα όζοντος κοντά στο έδαφος κατά τη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού, καθώς οι παρατεταμένοι καύσωνες και οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές επιβάρυναν σημαντικά την ποιότητα του αέρα.
Σύμφωνα με νέα στοιχεία της Copernicus Atmosphere Monitoring Service (CAMS) που αναμεταδίδει το Euronews, οι υψηλές θερμοκρασίες που επικράτησαν στην Ευρώπη από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 2026 ευνόησαν τον σχηματισμό όζοντος σε συγκεντρώσεις επιβλαβείς για την ανθρώπινη υγεία. Ιδιαίτερα ευάλωτοι θεωρούνται οι άνθρωποι που πάσχουν από άσθμα και άλλες αναπνευστικές παθήσεις.
Το όζον κοντά στο έδαφος δεν πρέπει να συγχέεται με το στρώμα όζοντος στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, το οποίο προστατεύει τη Γη από την υπεριώδη ακτινοβολία. Στην τροπόσφαιρα λειτουργεί ως ατμοσφαιρικός ρύπος και αέριο του θερμοκηπίου, με άμεσες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, στα οικοσυστήματα και στις καλλιέργειες.
Το όζον κοντά στο έδαφος δεν εκπέμπεται απευθείας στην ατμόσφαιρα. Σχηματίζεται μέσα από χημικές αντιδράσεις μεταξύ οξειδίων του αζώτου και πτητικών οργανικών ενώσεων, όταν υπάρχουν έντονη ηλιακή ακτινοβολία και υψηλές θερμοκρασίες.
Οι πρόδρομοι αυτοί ρύποι προέρχονται μεταξύ άλλων από την καύση ορυκτών καυσίμων, τις μεταφορές, τη βιομηχανία και τη χρήση διαλυτών, ενώ οι δασικές πυρκαγιές μπορούν να επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση.
Η σύνδεση με την κλιματική αλλαγή δημιουργεί έναν δύσκολο φαύλο κύκλο: όσο οι καύσωνες γίνονται συχνότεροι και εντονότεροι, τόσο δημιουργούνται ευνοϊκότερες συνθήκες για υψηλές συγκεντρώσεις όζοντος.
Όπως επισημαίνει η διευθύντρια της CAMS, Laurence Rouil, η ρύπανση από όζον αναδεικνύει πόσο στενά συνδέονται το κλίμα, η ατμοσφαιρική ρύπανση, η ανθρώπινη υγεία και τα οικοσυστήματα.
Τα υψηλότερα επίπεδα όζοντος κατά την περίοδο αιχμής καταγράφονται κυρίως στη νότια Ευρώπη, όπου οι θερμοκρασίες είναι υψηλότερες και οι περίοδοι καύσωνα μεγαλύτερης διάρκειας.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις περιοχές όπου εκδηλώνονται πυρκαγιές ή ακραία φαινόμενα. Καπνός, σκόνη και ατμοσφαιρικοί ρύποι μπορούν να μεταφερθούν σε αποστάσεις χιλιάδων χιλιομέτρων, επιβαρύνοντας την ποιότητα του αέρα ακόμη και σε χώρες μακριά από την αρχική πηγή.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των μεγάλων πυρκαγιών στο Βέλγιο τον Αύγουστο του 2026, με τις στήλες καπνού να διασχίζουν τη Γερμανία και να φτάνουν έως την Πολωνία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η CAMS.
Η επιβάρυνση δεν αποτελεί αποκλειστικά ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Μέσα στους πρώτους οκτώ μήνες του 2026, σχεδόν 40% του παγκόσμιου πληθυσμού είχε εκτεθεί σε εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις όζοντος, ενώ στην Ασία το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε περίπου το 60%.

Συνολικά, περίπου ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός εκτέθηκε μέσα στο 2026 σε πολύ κακή ή εξαιρετικά κακή ποιότητα αέρα λόγω υψηλών συγκεντρώσεων όζοντος.
Το Μιλάνο, μαζί με το Rio de Janeiro, την Mexico City, το Delhi και το Cairo, συγκαταλέγεται στις πόλεις με τα υψηλότερα επίπεδα έκθεσης. Μόλις 5% του παγκόσμιου πληθυσμού εκτέθηκε σε μακροχρόνια επίπεδα όζοντος που χαρακτηρίζονται «καλά», ενώ ακόμη 15% βρέθηκε σε επίπεδα που χαρακτηρίζονται «μέτρια».
Η εικόνα της ποιότητας του αέρα στην Ευρώπη δεν είναι συνολικά αρνητική.
Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί σημαντικές μειώσεις στις εκπομπές αρκετών βασικών ρύπων, κυρίως χάρη στις αλλαγές στη βιομηχανία, στις μεταφορές και στην ενεργειακή παραγωγή.
Σύμφωνα με στοιχεία του Copernicus, από το 2015 οι βιομηχανικές εκπομπές οξειδίων του θείου έχουν μειωθεί κατά 59%, ενώ τα οξείδια του αζώτου από τη βιομηχανία κατά 39%. Στις οδικές μεταφορές, οι εκπομπές οξειδίων του αζώτου έχουν περιοριστεί κατά περίπου 40% και των λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 κατά 34%.
Το όζον, όμως, αποτελεί εξαίρεση, καθώς σύμφωνα με το Atmosphere Watch δεν εμφανίζει σαφή πτωτική τάση.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η τιμή-στόχος για τη μέγιστη ημερήσια μέση συγκέντρωση όζοντος σε διάστημα οκτώ ωρών βρίσκεται στα 120 μg/m³.
Με τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία, από το 2030 η συγκέντρωση αυτή δεν θα πρέπει να ξεπερνιέται για περισσότερες από 18 ημέρες τον χρόνο, κατά μέσο όρο σε περίοδο τριών ετών, έναντι 25 ημερών σήμερα. Ο μακροπρόθεσμος ευρωπαϊκός στόχος περιορίζεται στα 100 μg/m³, σε ευθυγράμμιση με την κατευθυντήρια τιμή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί κυρίως περιορισμό των ρύπων που οδηγούν στον σχηματισμό όζοντος. Μεταξύ των μέτρων που θεωρούνται αποτελεσματικά είναι η ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών, οι ζώνες χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών, η μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα σε καθαρότερες μορφές ενέργειας και η καλύτερη παρακολούθηση των συγκεντρώσεων όζοντος.
Σε επίπεδο πολιτών, η μείωση των μετακινήσεων με αυτοκίνητο, η αποφυγή απότομης επιτάχυνσης και φρεναρίσματος και η επιλογή προϊόντων με χαμηλότερες εκπομπές πτητικών οργανικών ενώσεων μπορούν επίσης να συμβάλουν.
Ωστόσο, όσο η αύξηση της θερμοκρασίας ενισχύει τη συχνότητα και την ένταση των καυσώνων, η αντιμετώπιση του όζοντος γίνεται δυσκολότερη, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να αντισταθμίζουν μέρος των οφελών από τη μείωση των εκπομπών των πρόδρομων ρύπων.
Περισσότερες ειδήσεις
Κλιματική αλλαγή: Οι καταιγίδες γίνονται πιο βίαιες – Οι 10 χώρες στο «κόκκινο», η θέση της Ελλάδας
Μεσόγειος… «καζάνι» μετά το καυτό καλοκαίρι – Γιατί ο Σεπτέμβριος φέρνει φόβους για πλημμύρες
Πιο «άγριο» γίνεται το El Niño όσο θερμαίνεται ο πλανήτης – Αύξηση 36% στην έντασή του