Σε κρίσιμη καμπή εισέρχεται η υπόθεση της επέκτασης της λεωφόρου Κύμης, καθώς αναμένεται από μέρα σε μέρα η έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) για την προσφυγή που έχει καταθέσει ο δήμος Ηρακλείου, σχετικά με τη χάραξη του έργου έως τον κόμβο Καλυφτάκη στην Εθνική Οδό.
Ο δήμος ζητά αναθεώρηση του σχεδιασμού, ώστε μεγαλύτερο τμήμα του έργου να κατασκευαστεί υπόγεια και να περιοριστούν οι επιπτώσεις στον αστικό ιστό. Ωστόσο, πέρα από τη δικαστική εκκρεμότητα, το έργο εξακολουθεί να προσκρούει σε ένα ακόμη πιο σύνθετο και κρίσιμο εμπόδιο, την έλλειψη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης.
Η δημοτική αρχή του Νέου Ηρακλείου εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη για την έκβαση της υπόθεσης, επιμένοντας παράλληλα στην ανάγκη τροποποίησης του σχεδιασμού. Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόταση για υπογειοποίηση τμήματος περίπου 330 μέτρων της νέας χάραξης, ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω διχοτόμηση μιας ήδη επιβαρυμένης περιοχής, όπου συνυπάρχουν η Γραμμή 1 του Μετρό και η Αττική Οδός.
Παράλληλα, ο δήμος διεκδικεί τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων πάνω από το σκεπασμένο τμήμα, καθώς και τη λειτουργική σύνδεση βασικών τοπικών αξόνων, όπως οι λεωφόροι Πλαπούτα και Βύρωνος, με τη νέα αρτηρία.
Όπως υποστηρίζει, η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν συνεπάγεται ιδιαίτερα υψηλό κόστος σε σχέση με τον συνολικό προϋπολογισμό του έργου που υπερβαίνει τα 400 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχη λύση έχει ήδη εφαρμοστεί στο Χαλάνδρι, όπου η υπογειοποίηση της Αττικής Οδού επέτρεψε τη δημιουργία γραμμικού πάρκου, με οφέλη όχι μόνο για τον οικείο δήμο αλλά και για όμορες περιοχές, όπως τα Βριλήσσια.
Παρά τις θεσμικές εξελίξεις, το βασικότερο εμπόδιο για την υλοποίηση του έργου παραμένει η χρηματοδότηση. Η επέκταση της λεωφόρου Κύμης δημοπρατήθηκε χωρίς να έχουν προηγουμένως εξασφαλιστεί οι αναγκαίοι πόροι, γεγονός που αναδεικνύει μια ευρύτερη δυσλειτουργία στον σχεδιασμό και την ωρίμανση μεγάλων έργων υποδομής.
Η συγκεκριμένη πρακτική δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο φαινόμενο, όπου σημαντικά έργα προκηρύχθηκαν χωρίς επαρκή χρηματοδοτική εξασφάλιση, δημιουργώντας καθυστερήσεις και αβεβαιότητα ως προς την υλοποίησή τους.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού και την ανάδειξη προσωρινού μειοδότη – της κοινοπραξίας ΤΕΡΝΑ και Aktor – το έργο παραμένει ουσιαστικά «παγωμένο», χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα έναρξης.
Η αδυναμία ένταξης του έργου σε χρηματοδοτικά εργαλεία, έχει επαναφέρει στο προσκήνιο το σενάριο κατασκευής του ως επέκταση της Αττικής Οδού, μέσω της νέας σύμβασης παραχώρησης. Ωστόσο, μια τέτοια προοπτική παραμένει σε επίπεδο σκέψης και όχι ώριμης επιλογής. Πρόκειται για ένα σύνθετο ενδεχόμενο, που απαιτεί διαβουλεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς σαφές θεσμικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον υιοθετηθεί, θα συνεπάγεται την επιβολή διοδίων για τους χρήστες της νέας αρτηρίας.
Η επέκταση της λεωφόρου Κύμης αποτελεί ένα έργο με ιστορία σχεδόν μισού αιώνα και τρεις διαγωνιστικές διαδικασίες, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει ξεκινήσει η υλοποίησή του. Αρχικά είχε ενταχθεί στο πακέτο επεκτάσεων της Αττικής Οδού μέσω παραχώρησης, στη συνέχεια όμως εξαιρέθηκε και τελικά δημοπρατήθηκε ως δημόσιο έργο, με προϋπολογισμό 435 εκατ. ευρώ.
Το τεχνικό αντικείμενο περιλαμβάνει δύο βασικές σήραγγες: Μία υπόγειας εξόρυξης μήκους 1.260 μέτρων έως το κέντρο της Πεύκης και μία δεύτερη, τύπου cut & cover, μήκους 1.160 μέτρων έως τη Λυκόβρυση. Από εκεί προβλέπεται η σύνδεση με την Εθνική Οδό στον κόμβο Καλυφτάκη μέσω πρόσθετου τμήματος περίπου 500 μέτρων.
Η σημασία του έργου για το Λεκανοπέδιο είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς αναμένεται να αποσυμφορήσει τον κορεσμένο κόμβο Μεταμόρφωσης της Αττικής Οδού, αλλά και τον άξονα της Κηφισίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, θα εξυπηρετεί καθημερινά περίπου 30.000 οχήματα, μειώνοντας δραστικά τους χρόνους μετακίνησης, που σήμερα μπορεί να φτάνουν ακόμη και τα 40 λεπτά.
Η υπόθεση της Κύμης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο έντονης πίεσης στο οδικό δίκτυο της Αττικής. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση επιδεινώνεται διαρκώς, με τους οδηγούς να περνούν ολοένα και περισσότερο χρόνο στους δρόμους.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι επεκτάσεις της Αττικής Οδού – όπως η σύνδεση της Περιφερειακής Υμηττού με τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, αλλά και οι επεκτάσεις προς Λαύριο και Ραφήνα – αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρούνται κρίσιμες για τη συνολική αποσυμφόρηση της πρωτεύουσας.
Με αυτά τα δεδομένα, η επικείμενη απόφαση του ΣτΕ λειτουργεί ως αφετηρία μιας «αντίστροφης μέτρησης» σε θεσμικό επίπεδο. Ωστόσο, η μετάβαση από τις αποφάσεις στην υλοποίηση θα εξαρτηθεί από την επίλυση του βασικού ζητήματος που εξακολουθεί να σκιάζει το έργο, δηλαδή την εξασφάλιση των απαραίτητων χρηματοδοτικών πόρων.
Περισσότερες ειδήσεις
Κατασκευαστικός εγγυητής των μεγάλων έργων της Κρήτης η ΤΕΡΝΑ