Η Τουρκία, με το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, αποτελεί την ευρωπαϊκή αγορά που δέχεται τις ισχυρότερες πιέσεις από την κρίση στη Μέση Ανατολή, την ώρα που το ευρωπαϊκό δίκτυο αερομεταφορών εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα εν μέσω της συνεχιζόμενης γεωπολιτικής αστάθειας.
Αυτό προκύπτει από την πρόσφατη ανάλυση του Eurocontrol, η οποία αποτυπώνει τις επιπτώσεις της κρίσης κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας παράλληλα και την εικόνα της ελληνικής αγοράς. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα – με κόμβο το αεροδρόμιο της Αθήνας – συγκαταλέγεται μεταξύ των λιγότερο επηρεαζόμενων αγορών ανάμεσα στις 10 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές με συνδέσεις προς τη Μέση Ανατολή.
Ενδεικτικά, στην Τουρκία ο μέσος ημερήσιος αριθμός πτήσεων προς τη Μέση Ανατολή, από 179 στο διάστημα πριν από την κρίση (1 Ιανουαρίου – 27 Φεβρουαρίου 2026), έχει πλέον περιοριστεί σε 82 (-54%). Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, από 26 πτήσεις ημερησίως πριν από την κρίση, ο αριθμός έχει υποχωρήσει στις 16 για το διάστημα 11–24 Μαρτίου (-38%).
Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και σε επίπεδο αεροδρομίων. Το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης από 98 πτήσεις ημερησίως κατά μέσο όρο το πρώτο δίμηνο του έτους έχει μειωθεί στις 46 (-53%), ενώ στο αεροδρόμιο της Αθήνας ο αντίστοιχος αριθμός από 23 πτήσεις έχει περιοριστεί στις 14 (-41%) για το ίδιο χρονικό διάστημα του Μαρτίου.
Ως προς τον οικονομικό αντίκτυπο της κρίσης, αυτός σχετίζεται με τις τιμές των καυσίμων, των εισιτηρίων, αλλά και με τη ζήτηση. Σε σχέση με τις τιμές των καυσίμων αεροσκαφών, η μέση τιμή παρέμενε σχετικά σταθερή από τις αρχές του 2025 έως την έναρξη της κρίσης. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι τιμές άρχισαν να αυξάνονται ραγδαία από τις 28 Φεβρουαρίου, φτάνοντας τα 5,1 δολάρια/γαλόνι στις 20 Μαρτίου, σημειώνοντας αύξηση 134% σε σχέση με τη μέση τιμή της περιόδου από τον Ιανουάριο 2025 έως τις 27 Φεβρουαρίου 2026.
Ανάλογα με τη διάρκεια της κρίσης και τον βαθμό αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) των αεροπορικών εταιρειών, αναμένεται επίπτωση στις τιμές των εισιτηρίων, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τη ζήτηση, αλλά και να καταστήσει ορισμένα δρομολόγια μη βιώσιμα ή ολοένα και πιο ακριβά, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του Eurocontrol. Παράλληλα, είναι ενδεχόμενη η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής και διεθνούς οικονομίας, γεγονός που θα επηρεάσει την αύξηση του ΑΕΠ και, κατ’ επέκταση, τη ζήτηση. «Μέχρι στιγμής έχει καταγραφεί μόνο περιορισμένη προς τα κάτω αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη του ΑΕΠ, ωστόσο όσο περισσότερο διαρκεί και κλιμακώνεται η κρίση, είναι αναπόφευκτες οι περαιτέρω αναθεωρήσεις προς τα κάτω», επισημαίνεται.
Το ευρωπαϊκό κράτος με τις υψηλότερες ροές επιβατικής κίνησης προς και από τη Μέση Ανατολή είναι με διαφορά η Τουρκία, και ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία. Για τα κράτη αυτά, η μείωση των πτήσεων αφίξεων/αναχωρήσεων προς την περιοχή κυμαίνεται από -42% έως -59%.
Η Κωνσταντινούπολη είναι μακράν ο πιο συνδεδεμένος κόμβος με τη Μέση Ανατολή, με σχεδόν 100 καθημερινές πτήσεις, και ακολουθούν στο Λονδίνο το (50 ημερήσιες πτήσεις) και το Istanbul Sabiha Gökçen (43 ημερήσιες πτήσεις). Η μείωση της κίνησης από αυτά τα 10 κορυφαία αεροδρόμια προς τη Μέση Ανατολή κυμαίνεται από 35% για τη Λάρνακα έως 67% για το Μιλάνο (Malpensa).
Από την έναρξη της κρίσης το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026, οι επιπτώσεις στο ευρωπαϊκό δίκτυο αερομεταφορών συνοπτικά έχουν ως εξής:
Περισσότερες ειδήσεις
Στα 31 εκατ. ανήλθαν οι αφίξεις στη χώρα το 2025 – «Στυλοβάτες» ΔΑΑ και Αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης