Για ήπιους ρυθμούς ανόδου που μάλιστα αναμένεται να συνεχιστεί και το τρέχον έτος κάνει λόγο η Τράπεζα της Ελλάδος για το κομμάτι της στεγαστικής πίστης, εκτιμώντας ότι δεν θα υπάρξει ουσιαστική μεταβολή της ζήτησης. Σε σχέση γενικότερα με την αγορά κατοικίας, στην τρέχουσα συγκυρία κρίνεται σκόπιμη η ενίσχυση και επιτάχυνση της εφαρμογής μέτρων για τον περιορισμό τυχόν δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοοικονομική κατάσταση των νοικοκυριών από το στεγαστικό ζήτημα, με έμφαση στην παροχή κινήτρων για την αύξηση του διαθέσιμου κτιριακού αποθέματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί τόσο με την ανάπτυξη νέων και την αναβάθμιση υφιστάμενων υποβαθμισμένων οικιστικών ακινήτων όσο και με την επιστροφή στην αγορά κατοικιών που έχουν αποσυρθεί.
Οι προτάσεις περιλαμβάνονται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσίευσε χθες η ΤτΕ, χαρακτηρίζοντας ως θετική εξέλιξη την ανάσχεση της απομόχλευσης στα στεγαστικά δάνεια, καθώς οι εκταμιεύσεις το 2025 ανήλθαν σε 2 δισ. ευρώ, έναντι 1,3 δισ. ευρώ το 2024. Ως προς τις προοπτικές των δανείων προς τα νοικοκυριά, η δυναμική αναμένεται να συνεχιστεί το 2026, με ήπιους ρυθμούς ανόδου. Ειδικότερα για τα στεγαστικά δάνεια, η εκταμίευση των εναπομενόντων πόρων του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» αναμένεται να συνεχίσει να ενισχύει τις καθαρές ροές των τραπεζικών στεγαστικών δανείων.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Έρευνας Τραπεζικών Χορηγήσεων, το α΄ τρίμηνο του 2026 και το δ΄ τρίμηνο του 2025 η ζήτηση στεγαστικών δανείων παρέμεινε αμετάβλητη, έπειτα από τη μείωση που καταγράφηκε το γ΄ τρίμηνο του 2025. Αντίστοιχα, η ζήτηση καταναλωτικών δανείων παρέμεινε επίσης αμετάβλητη μετά την αύξηση που είχε προηγηθεί.
Σύμφωνα με την ανάλυση της ΤτΕ, κατά το επόμενο τρίμηνο δεν αναμένεται αξιόλογη μεταβολή της ζήτησης στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων. Από την πλευρά της προσφοράς, τα κριτήρια χορήγησης παρέμειναν αμετάβλητα, ωστόσο οι συνολικοί όροι στεγαστικών δανείων έγιναν πιο αυστηροί ως έναν βαθμό, λόγω αυξήσεων στις επιβαρύνσεις εκτός τόκων. Η αναλογία αιτήσεων που απορρίφθηκαν παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη.
Η ΤτΕ αναφέρεται και στον κίνδυνο των τιμών των κατοικιών για τα νοικοκυριά. Η αύξηση των τιμών των οικιστικών ακινήτων συνεχίστηκε το 2025, αλλά με ηπιότερο ρυθμό. Αναλυτικότερα, οι τιμές των διαμερισμάτων (σε ονομαστικούς όρους) αυξήθηκαν το 2025 κατά 7,8% σε ετήσια βάση και πλέον έχουν υπερβεί το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 2008. Οι τιμές των νέων διαμερισμάτων (ηλικίας έως 5 ετών) το 2025 αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 7,4%, ενώ οι τιμές των παλαιών διαμερισμάτων παρουσίασαν άνοδο κατά 8,1% σε ετήσια βάση. Κατά γεωγραφική περιοχή, ισχυροί ετήσιοι ρυθμοί αύξησης των τιμών των διαμερισμάτων καταγράφηκαν στη Θεσσαλονίκη (9,6%) και στις άλλες μεγάλες πόλεις (9,8%). Στην Αθήνα ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών των διαμερισμάτων διαμορφώθηκε σε 6,2%.
Ανοδικά έχουν κινηθεί και τα ενοίκια, αν και ο σχετικός δείκτης τιμών, σε αντίθεση με τον δείκτη τιμών (πώλησης) κατοικιών, παραμένει χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό του το 2011.
Η συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών των οικιστικών ακινήτων στην Ελλάδα αποδίδεται κυρίως στη διατήρηση συνθηκών υπερβάλλουσας ζήτησης έναντι της διαθέσιμης προσφοράς. Από την πλευρά της ζήτησης, καταγράφεται ισχυρό ενδιαφέρον τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό. Παράλληλα, η εγχώρια ζήτηση ενισχύεται από διαρθρωτικούς παράγοντες, όπως η αύξηση του βαθμού αστικοποίησης και η άνοδος του αριθμού των νοικοκυριών, παρά τη συνολική μείωση του πληθυσμού, εξέλιξη που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αύξηση των μονοπρόσωπων και μονογονεϊκών νοικοκυριών.
Από την πλευρά της προσφοράς, η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών συνδέεται τόσο με την απόσυρση μέρους του αποθέματος όσο και με τον χαμηλό ρυθμό αναπλήρωσής του. Σημαντικός είναι και ο αριθμός των ακινήτων που διατίθενται στη βραχυχρόνια μίσθωση (207.572 καταλύματα το 2024), αν και τα πρόσφατα μέτρα αναμένεται να συμβάλουν στην εξισορρόπηση.
Παράλληλα, η πολυιδιοκτησία και το αυξημένο κόστος ανακαίνισης λειτουργούν αποτρεπτικά για την επανένταξη ακινήτων στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, ο ρυθμός αναπλήρωσης του αποθέματος οικιστικών ακινήτων έχει παραμείνει υποτονικός, καθώς η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κατασκευαστικού τομέα διατηρείται επί σειρά ετών σε επίπεδο κοντά στο 2% του ΑΕΠ (2,2% στο τέταρτο τρίμηνο του 2025), σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που ήταν 5% το ίδιο χρονικό διάστημα. Η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα επιβραδύνθηκε το 2025 σε σύγκριση με το 2024 (μείωση κατά 2,4% του αριθμού των οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν, κατά 9,4% σε όρους επιφάνειας και κατά 2,4% σε όρους όγκου). Το γεγονός αποδίδεται εν μέρει στην αβεβαιότητα που προκάλεσε στην αγορά η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) σχετικά με το σύστημα κινήτρων του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ).
Η αναμόρφωση του συστήματος κινήτρων του ΝΟΚ στην κατεύθυνση που προσδιόρισε η απόφαση του ΣτΕ συνέβαλε στην ανάκαμψη της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας το δεύτερο εξάμηνο του 2025.
Οι παραπάνω εξελίξεις στις τιμές των οικιστικών ακινήτων υποδηλώνουν, σύμφωνα με την ΤτΕ, την απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων και, παρότι δεν προκαλούν ακόμη ανησυχία για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, επιβάλλουν στενή παρακολούθηση των πιστοδοτικών κριτηρίων, ιδιαίτερα καθώς ανακάμπτουν οι χορηγήσεις στεγαστικών δανείων.
Περισσότερες ειδήσεις
Στεγαστικά δάνεια: Επιτόκιο κάτω του 3% για πρώτη φορά μετά το 2017 τον φετινό Φεβρουάριο
Σπίτια… για λίγους: Ράλι τιμών σε όλη τη χώρα – Πού βρίσκονται οι τελευταίες «φθηνές» περιοχές