Με αναθεωρημένους όρους και διορθώσεις σε ορισμένα από τα σημεία που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην αγορά, επανέρχεται το σχέδιο για τη δημιουργία του Ενιαίου Εθνικού Συστήματος Ψηφιακής Καταγραφής και Διαχείρισης Ελέγχων και Προστίμων Τροχαίας της Ελληνικής Αστυνομίας. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού στον τομέα της οδικής ασφάλειας, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα πανελλαδικό δίκτυο ηλεκτρονικής επιτήρησης των δρόμων μέσω 1.000 καμερών καταγραφής παραβάσεων που θα συνδέονται με ένα κεντρικό πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης των τροχονομικών ελέγχων.
Η νέα προκήρυξη έρχεται λίγες μόλις εβδομάδες μετά την κατάρρευση της προηγούμενης διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία ακυρώθηκε πριν καν φτάσει στο στάδιο υποβολής προσφορών, ύστερα από σειρά προδικαστικών προσφυγών και ενστάσεων που αμφισβήτησαν κρίσιμες παραμέτρους του έργου.
Στη νέα διακήρυξη προβλέπεται η εγκατάσταση 1.000 σταθερών καμερών σε οδικούς άξονες ολόκληρης της χώρας. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, περίπου 700 κάμερες θα είναι προσανατολισμένες στον εντοπισμό παραβιάσεων ερυθρού σηματοδότη, ενώ άλλες 300 θα χρησιμοποιούνται κυρίως για την καταγραφή υπερβάσεων των ορίων ταχύτητας.
Οι δυνατότητες του συστήματος ωστόσο δεν περιορίζονται σε αυτές τις δύο κατηγορίες παραβάσεων, καθώς μέσω εξελιγμένων λογισμικών αναγνώρισης εικόνας και πινακίδων κυκλοφορίας, οι κάμερες θα μπορούν να εντοπίζουν και άλλες παραβάσεις, όπως η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας, η παράνομη κίνηση σε λεωφορειολωρίδες ή άλλες συμπεριφορές που θα ενσωματωθούν σταδιακά στο σύστημα.
Τα στοιχεία που θα συλλέγονται θα μεταφέρονται αυτόματα σε κεντρική πλατφόρμα επεξεργασίας, όπου θα πραγματοποιείται η ταυτοποίηση του οχήματος, η διασταύρωση των στοιχείων και η βεβαίωση της παράβασης. Παράλληλα, προβλέπεται η ανάπτυξη ηλεκτρονικών υπηρεσιών που θα επιτρέπουν την ενημέρωση των πολιτών, την πληρωμή προστίμων και την υποβολή ενστάσεων χωρίς φυσική παρουσία στις υπηρεσίες.
Η επαναπροκήρυξη του έργου αποτελεί ουσιαστικά τη δεύτερη απόπειρα υλοποίησής του. Ο αρχικός διαγωνισμός είχε προϋπολογισμό περίπου 35,5 εκατ. ευρώ, ενώ μαζί με το δικαίωμα προαίρεσης και τις προβλεπόμενες επεκτάσεις η συνολική αξία της σύμβασης έφτανε τα 88,1 εκατ. ευρώ.
Η διαδικασία όμως οδηγήθηκε σε αδιέξοδο σχεδόν αμέσως μετά τη δημοσίευσή της καθώς υπεβλήθησαν τρεις προδικαστικές προσφυγές από τα σχήματα NEUROSOFT– OTS, Aktor και MAYCON, οι οποίες αμφισβήτησαν βασικές προβλέψεις της διακήρυξης. Λίγες ημέρες αργότερα το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης αποφάσισε τη ματαίωση του διαγωνισμού, προκειμένου να επανεξεταστούν οι όροι και να προχωρήσει νέα προκήρυξη με βελτιωμένα τεύχη δημοπράτησης.
Αν και ένα από τα βασικά σημεία κριτικής αφορούσε το γεγονός ότι η προμήθεια των 1.000 καμερών είχε ενταχθεί σε ένα ενιαίο αντικείμενο, παρά το γεγονός ότι περιλάμβανε δύο διαφορετικές τεχνολογικές κατηγορίες εξοπλισμού προβλέποντας συγκεκριμένα 500 κάμερες που προορίζονταν για δρόμους τεσσάρων λωρίδων και 500 για δρόμους δύο λωρίδων, το σημείο αυτό παραμένει ίδιο και στη νέα διακήρυξη.
Η δεύτερη προσπάθεια του υπουργείου, έχει συμπεριλάβει πιο συγκεκριμένες οικονομικές προβλέψεις. Σύμφωνα με τα σενάρια που επεξεργάστηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες, η απόδοση των 1.000 καμερών δεν στηρίζεται σε υπερβολικές εκτιμήσεις παραβατικότητας με τους υπολογισμούς να βασίζονται στην παραδοχή ότι κάθε κάμερα θα καταγράφει κατά μέσο όρο λιγότερες από δύο παραβάσεις ημερησίως.
Ακόμη και με αυτή τη σχετικά συντηρητική υπόθεση, το σύστημα εκτιμήθηκε ότι μπορεί να αποφέρει ακαθάριστα έσοδα περίπου 96,4 εκατ. ευρώ κατά την πρώτη πενταετία λειτουργίας του έναντι κόστους χωρίς ΦΠΑ περίπου 35,5 εκατ. ευρώ και κόστους με ΦΠΑ περίπου 44,1 εκατ. ευρώ. «Συνεπώς, το έργο εμφανίζει σημαντικό περιθώριο κάλυψης του κόστους, ακόμη και μετά την εφαρμογή συντηρητικών παραδοχών βεβαίωσης, είσπραξης και συμμόρφωσης. Κατά συνέπεια, η ανάλυση τεκμηριώνει ότι τα προσδοκώμενα έσοδα μπορούν να καλύψουν το κόστος επένδυσης και λειτουργίας του έργου, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιστούν η τεχνική διαθεσιμότητα του συστήματος, η αποτελεσματική διοικητική διαδικασία βεβαίωσης και η λειτουργική διασύνδεση με τα πληροφοριακά συστήματα διαχείρισης παραβάσεων και προστίμων», επισημαίνεται στη διακήρυξη.
Αντίστοιχα, σε πιο συγκρατημένο σενάριο, όπου λαμβάνονται υπόψη μειωμένες παραβάσεις, ακυρώσεις πράξεων, ενστάσεις και ανείσπρακτα πρόστιμα, τα συνολικά έσοδα εκτιμήθηκαν σε περίπου 47,3 εκατ. ευρώ.
Η πρόβλεψη για παράλληλη αυτοχρηματοδότηση του συστήματος μέσω των παραβάσεων που θα διαπιστώνονται και των κλήσεων που θα πληρώνονται, παραμένει. Αναγνωρίζεται, πάντως, ότι η επιτυχία του έργου θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε μείωση των παραβάσεων. Για τον λόγο αυτό έχει ενσωματωθεί πρόβλεψη ετήσιας υποχώρησης των καταγεγραμμένων παραβάσεων κατά περίπου 10%, καθώς η παρουσία των καμερών αναμένεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους οδηγούς.
Οι εκτιμήσεις πάνω στις οποίες βασίζεται το οικονομικό μοντέλο του έργου θεωρούνται από τους συγγραφείς της διακήρυξης συντηρητικές σε σύγκριση με την εμπειρία χωρών που διαθέτουν εδώ και χρόνια εκτεταμένα συστήματα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας. Σύμφωνα με διεθνή στοιχεία που παρατίθενται, τα επίπεδα παραβατικότητας που καταγράφονται σε «ώριμα» δίκτυα καμερών είναι σημαντικά υψηλότερα από εκείνα που έχουν ληφθεί υπόψη στους υπολογισμούς του ελληνικού σχεδίου.
Ενδεικτικά, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στοιχεία του Home Office δείχνουν ότι το 2024 το 98% των παραβάσεων υπέρβασης ταχύτητας που βεβαιώθηκαν προήλθαν από συστήματα καμερών. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ολλανδίας, όπου σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφονται περίπου 6 εκατομμύρια παραβάσεις ταχύτητας ετησίως μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου καμερών και σημείων ελέγχου. Παράλληλα, στοιχεία του ολλανδικού ινστιτούτου οδικής ασφάλειας SWOV δείχνουν ότι ήδη από το 2018 στη χώρα λειτουργούσαν περίπου 640 κάμερες για την καταγραφή υπερβάσεων ταχύτητας, παραβιάσεων ερυθρού σηματοδότη και παράνομης χρήσης λωρίδων κυκλοφορίας.
Την ίδια στιγμή, διεθνείς μελέτες καταγράφουν και τη σημαντική επίδραση των συστημάτων αυτών στη συμπεριφορά των οδηγών. Έρευνα του Insurance Institute for Highway Safety (IIHS) στις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξε ότι η εγκατάσταση καμερών ελέγχου ερυθρού σηματοδότη στη Φιλαδέλφεια οδήγησε σε μείωση των παραβιάσεων κόκκινου φωτεινού σηματοδότη κατά 96%, ακόμη και μετά από παρεμβάσεις στη χρονική διάρκεια του κίτρινου σηματοδότη.
Η τάση ενίσχυσης των αυτοματοποιημένων ελέγχων αποτυπώνεται και στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφάλειας Μεταφορών, η Ολλανδία σχεδιάζει έως το 2030 σημαντική διεύρυνση του δικτύου αυτόματης επιτήρησης.
Όπως επισημαίνεται και στη διακήρυξη, το νέο σύστημα φιλοδοξεί να βάλει τέλος στις αποσπασματικές διαδικασίες ελέγχου, να περιορίσει την ανθρώπινη παρέμβαση στη βεβαίωση παραβάσεων και να δημιουργήσει ένα ενιαίο ψηφιακό περιβάλλον επιτήρησης των δρόμων, βάζοντας σε λειτουργία κάμερες που θα αξιοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη.
Μένει, πάντως, να φανεί εάν η δεύτερη προσπάθεια θα καταφέρει να ξεπεράσει τα προβλήματα που οδήγησαν στο «ναυάγιο» του πρώτου διαγωνισμού, να προσελκύσει ισχυρό ανταγωνισμό από την αγορά που θα μετουσιωθεί στην κατάθεση προσφορών έως τα τέλη Ιουλίου, χωρίς να προκαλέσει ξανά κύμα ενστάσεων από υποψηφίους αναδόχους.
Περισσότερες ειδήσεις