Από τις δεσμεύσεις για ένα πιο βιώσιμο μέλλον μέχρι την πραγματική εφαρμογή τους, η απόσταση παραμένει μεγάλη για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Παρά την αυξανόμενη σημασία της βιωσιμότητας στην επιχειρηματική ατζέντα, μόλις το 16% διαθέτει κοστολογημένο σχέδιο εφαρμογής, ενώ μόνο το 6% αναφέρει ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες μετασχηματίζουν ουσιαστικά το επιχειρηματικό του μοντέλο.
Τα στοιχεία προκύπτουν από έρευνα της Deloitte, την οποία παρουσίασε ο Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, εταίρος της εταιρείας και επικεφαλής των τομέων Βιωσιμότητας, Ενέργειας, Πόρων και Βιομηχανίας, στο 24ο Συνέδριο Εταιρικής Βιωσιμότητας του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, που πραγματοποιείται σήμερα (20/10) στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 31% των ελληνικών επιχειρήσεων έχει ενσωματώσει πλήρως τη βιωσιμότητα στην εταιρική στρατηγική, την κατανομή κεφαλαίων και τη διαχείριση κινδύνων, έναντι 47% διεθνώς. Ακόμη πιο περιορισμένο είναι το ποσοστό όσων διαθέτουν συγκεκριμένο οικονομικό προγραμματισμό για την εφαρμογή των δεσμεύσεών τους.
Όπως επισήμανε ο κ. Ελευθεριάδης, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι πλέον να αναγνωρίσουν οι επιχειρήσεις τη σημασία της βιωσιμότητας, αλλά να περάσουν από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση. Η ύπαρξη στρατηγικής, χωρίς σαφείς στόχους, διαθέσιμους πόρους και καθορισμένες ευθύνες, δεν επαρκεί για να παραχθούν μετρήσιμα αποτελέσματα.
Το κόστος αποτελεί σημαντικό εμπόδιο και για τους καταναλωτές, καθώς η θετική στάση απέναντι στην προστασία του περιβάλλοντος δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε διάθεση καταβολής υψηλότερου τιμήματος για βιώσιμα προϊόντα.
Στο πάνελ με θέμα «Ο άνθρωπος ως καταναλωτής – Εμπιστοσύνη, συμπεριφορά και υπευθυνότητα», η Ξένια Κούρτογλου, ιδρύτρια της Focus Bari, επισήμανε ότι μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις καθημερινές οικονομικές υποχρεώσεις του, ενώ μόλις το 14% έχει τη δυνατότητα αποταμίευσης.
Η οικονομική πίεση, όπως ανέφερε, επηρεάζει τόσο την αγοραστική δύναμη όσο και την εμπιστοσύνη των πολιτών, καθιστώντας δυσκολότερη την επιλογή προϊόντων που συνεπάγονται πρόσθετο κόστος.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Ηλίας Δεμιάν, επικεφαλής της Μονάδας Περιβαλλοντικών Οικονομικών του ΙΟΒΕ, σημείωσε ότι περίπου το 30% του πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν τρία εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Υπό αυτές τις συνθήκες, υπογράμμισε, η επιπλέον οικονομική επιβάρυνση για ένα βιώσιμο προϊόν δύσκολα μπορεί να αποτελέσει προτεραιότητα για νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ακόμη και στην κάλυψη βασικών διατροφικών αναγκών.
Από την πλευρά της, η Βασιλική Αδαμίδου, διευθύντρια Εταιρικών Υποθέσεων και Βιωσιμότητας της Lidl Ελλάς, επισήμανε ότι οι καταναλωτές είναι πρόθυμοι να στραφούν σε προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον, εφόσον η τιμή τους είναι αντίστοιχη ή ελαφρώς υψηλότερη από εκείνη των συμβατικών. Ζητούμενο, επομένως, είναι η βιώσιμη κατανάλωση να γίνει οικονομικά προσιτή και προσβάσιμη σε όλους.
Την ανάγκη αξιόπιστης ενημέρωσης υπογράμμισε ο Χρήστος Αποστολόπουλος, διευθυντής Ολικής Ποιότητας, Ασφάλειας και Περιβαλλοντικής Διαχείρισης, Ασφάλειας Τροφίμων και Θεμάτων Γαλακτοκομίας της FrieslandCampina Hellas. Όπως ανέφερε, οι επιλεκτικές πληροφορίες και συγκρίσεις στις ετικέτες μπορούν να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις στους καταναλωτές, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη τους.
Την απόσταση ανάμεσα στην περιβαλλοντική ευαισθησία και στις οικονομικές προτεραιότητες των πολιτών κατέγραψαν και τα στοιχεία της διαΝΕΟσις, τα οποία παρουσίασε η διευθύντρια Ερευνών του οργανισμού, Δρ. Φαίη Μακαντάση.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 57,2% των Ελλήνων θεωρεί ότι πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στην προστασία του περιβάλλοντος, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται οικονομικό κόστος.
Ωστόσο, όταν το ερώτημα αφορά τις βασικές προτεραιότητες της επόμενης δεκαετίας, το 76,3% επιλέγει την οικονομική ανάπτυξη.
Τα δύο ποσοστά αναδεικνύουν τη συνύπαρξη περιβαλλοντικών ανησυχιών και ισχυρών οικονομικών προτεραιοτήτων. Παράλληλα, ενισχύουν τον προβληματισμό για το πώς η ευαισθητοποίηση γύρω από το περιβάλλον και τα κοινωνικά δικαιώματα μπορεί να μετατραπεί σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Στο πάνελ «Βιωσιμότητα υπό πίεση», οι επικεφαλής επιχειρήσεων επικεντρώθηκαν στον ρόλο της βιωσιμότητας για την ανταγωνιστικότητα, τη διαχείριση κινδύνων και την ανθεκτικότητα των αλυσίδων αξίας.
Ο Αριστοτέλης Παντελιάδης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της METRO Cash & Carry, υπογράμμισε ότι η βιωσιμότητα μπορεί να οδηγήσει σε μείωση λειτουργικού κόστους, καλύτερη αναγνώριση κινδύνων και οικονομικό όφελος, αντί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πρόσθετη γραφειοκρατική υποχρέωση.
Ο Νίκος Λούλης, πρόεδρος της Loulis Food Ingredients, επισήμανε ότι, παρότι οι καταναλωτές επιθυμούν ένα πιο βιώσιμο μέλλον, δεν είναι απαραίτητα πρόθυμοι να αναλάβουν το επιπλέον κόστος. Κατά συνέπεια, επιχειρήσεις και Πολιτεία καλούνται να προωθήσουν πρωτοβουλίες που θα συνδυάζουν τη βιωσιμότητα με τη μείωση του κόστους για την αγορά και την κοινωνία.
Στη συνεργασία με τους προμηθευτές εστίασε η Όλγα Βαγενά, διευθύνουσα σύμβουλος της BIC Violex, αναδεικνύοντας τη σημασία των μακροχρόνιων σχέσεων εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας υποστήριξης. Όπως τόνισε, οι επιχειρήσεις οφείλουν όχι μόνο να απαιτούν συμμόρφωση με κριτήρια βιωσιμότητας, αλλά και να στηρίζουν έμπρακτα τους συνεργάτες τους κατά τη διαδικασία προσαρμογής.
Στο πάνελ για την παγκόσμια αστάθεια και τη βιωσιμότητα, ο Λεωνίδας Δημητριάδης-Ευγενίδης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Eugenides Group of Companies, ανέδειξε τη σημασία της ενσυναίσθησης, της συνοχής των ομάδων και της προσήλωσης στους κοινούς στόχους, ως βασικών στοιχείων αποτελεσματικής ηγεσίας.
Η υπεύθυνη επικοινωνία των επιχειρήσεων και η προστασία των καταναλωτών στο ψηφιακό περιβάλλον αποτέλεσαν αντικείμενο ξεχωριστής συζήτησης, υπό τον τίτλο «Εμπιστοσύνη στην οικονομία της προσοχής: Διαφάνεια, επιρροή και δύναμη του καταναλωτή».
Η Ευγενία Μπόζου, επικεφαλής Κυβερνητικών Υποθέσεων και Δημόσιας Πολιτικής της Google για την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα, υπογράμμισε ότι η διαφάνεια δεν εξαντλείται στην τήρηση της νομοθεσίας, αλλά απαιτεί ουσιαστική υπευθυνότητα απέναντι στους χρήστες και πρόσβαση σε πληροφορίες που τους επιτρέπουν να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις.
Η Ελίζαμπεθ Καλμπάρη, ιδρύτρια της Self Balance και ψυχολόγος με ειδίκευση στις εταιρικές νευροεπιστήμες, ανέδειξε τη συνέπεια στην επικοινωνία με εργαζομένους, καταναλωτές, προμηθευτές και επενδυτές ως βασική προϋπόθεση εμπιστοσύνης.
Η Ελένη Ντόντα, γενική διευθύντρια του Συμβουλίου Ελέγχου Επικοινωνίας, επισήμανε την ανάγκη οι πολίτες να γνωρίζουν ποιος τους απευθύνεται και με ποια ιδιότητα, ενώ η δημιουργός περιεχομένου Χαρά Κοντοχρήστου στάθηκε στη σημασία σαφών κανόνων για τους influencers, ώστε η εμπορική επικοινωνία να γίνεται με διαφάνεια και υπευθυνότητα.
Κατά την έναρξη του συνεδρίου, ο πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, Ιωάννης Σαρακάκης, ανέδειξε τη σημασία της επιχειρηματικότητας που στηρίζεται σε αξίες, δίνοντας έμφαση στην ακεραιότητα, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Ο εκτελεστικός διευθυντής του Επιμελητηρίου, Ηλίας Σπυρτούνιας, σημείωσε ότι η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα αποτελούν αλληλένδετες προϋποθέσεις μακροπρόθεσμης ανάπτυξης και ότι η ενσωμάτωσή της σε όλες τις πτυχές της εταιρικής λειτουργίας αποτελεί πλέον αναγκαιότητα.
Στον ανθρώπινο παράγοντα εστίασε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εταιρικής Βιωσιμότητας, Πάκης Παπαδημητρίου, ενώ αντίστοιχη έμφαση έδωσε η αντιπρόεδρος της Επιτροπής και συντονίστρια του συνεδρίου, Μαρία Ζιουβέλου.
Το κεντρικό ζητούμενο, όπως αποτυπώθηκε στις παρουσιάσεις και στις συζητήσεις, παραμένει η μετάβαση από τις γενικές δεσμεύσεις σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες με οικονομικό σχεδιασμό, λογοδοσία και ουσιαστικό αντίκτυπο για τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους, τους καταναλωτές και το περιβάλλον.