Κοινές ασκήσεις με πραγματικά σενάρια, χαρτογράφηση των αλληλεξαρτήσεων των κρίσιμων υποδομών και εφεδρικά σχέδια για την περίπτωση που μια μεγάλη αστοχία διακόψει την υδροδότηση είναι το νέο ζητούμενο για την ασφάλεια του νερού. Το μήνυμα που προκύπτει από τις παρεμβάσεις των αρμόδιων φορέων στην ημερίδα «Υδάτινες Συμμαχίες» που συνδιοργάνωσαν το ΤΕΕ, το ΤΜΕΔΕ, η ΕΥΔΑΠ και το Ινστιτούτο “WE ARE GREECE” είναι ότι η αντιμετώπιση μιας κρίσης δεν μπορεί να ξεκινά τη στιγμή που αυτή εκδηλώνεται, αλλά πρέπει να έχει σχεδιαστεί και δοκιμαστεί πολύ νωρίτερα.
Ο αντιπρόεδρος του Κλάδου Υδάτων της ΡΑΑΕΥ, Δημήτρης Ψυχογυιός, έδωσε το στίγμα, επισημαίνοντας ότι, λόγω της λειψυδρίας, των φυσικών κινδύνων, της τεχνολογικής εξάρτησης και των κυβερνοαπειλών, δεν αρκεί πλέον να γνωρίζουμε αν υπάρχουν υποδομές. Πρέπει να είναι γνωστό και «αν αυτές μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν υπό κρίσιμες συνθήκες», αλλά και αν υπάρχουν σχέδια εκτίμησης κινδύνου και εφεδρικά σχέδια.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χάρης Σαχίνης, ο οποίος υπογράμμισε ότι η ύπαρξη σχεδίων από μόνη της δεν αρκεί. Όπως ανέφερε, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί συναντήσεις με το υπουργείο και ειδικούς φορείς για την αντιμετώπιση απειλών που θα μπορούσαν να στερήσουν το νερό από χιλιάδες πολίτες, όμως το ζήτημα «δεν είναι θέμα μιας εταιρείας», αλλά το πώς θα συνεργαστούν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στο πρόβλημα του συντονισμού, σημειώνοντας ότι από τις σχετικές αναλύσεις έχει προκύψει πως το ζήτημα είναι γενικότερο και πως απαιτείται κοινή άσκηση με όλους τους φορείς που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν μια μεγάλη κρίση. Μια τέτοια άσκηση, όπως εξήγησε, θα μπορούσε να αφορά την ΕΥΔΑΠ, το υπουργείο, την Περιφέρεια, τους δήμους, την Πυροσβεστική και άλλους εμπλεκόμενους οργανισμούς, ώστε να δοκιμαστεί στην πράξη ποιος κάνει τι όταν καταρρεύσει ένας κρίσιμος κρίκος της αλυσίδας.
«Έχουμε όλοι σχέδια, αλλά άσκηση πρέπει να γίνει», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμα, με τον κ. Σαχίνη να επισημαίνει παράλληλα ότι σε μια κρίσιμη υποδομή είναι απαραίτητο να υπάρχει εκ των προτέρων γνώση για το πόσο χρόνο μπορεί να διατηρηθεί κάθε κρίσιμη λειτουργία και ποιες εφεδρείες είναι διαθέσιμες.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αττική. Όπως διευκρινίσθηκε, το σχέδιο πρέπει να είναι έτοιμο ακόμη και για ένα απρόβλεπτο γεγονός που θα αφορά μια φυσική καταστροφή, όπως μια κατολίσθηση σε βασικό αγωγό που μεταφέρει νερό από τον Μόρνο.
Σε μια τέτοια περίπτωση δεν αρκεί να είναι γνωστό πού βρίσκεται η ζημιά. Πρέπει να έχει απαντηθεί εκ των προτέρων πόσο νερό υπάρχει στις δεξαμενές, για πόσο χρόνο μπορεί να διατηρηθεί η παροχή, ποιοι χρήστες θα πρέπει να εξυπηρετηθούν κατά προτεραιότητα και ποια εναλλακτικά μέσα υπάρχουν ώστε να συνεχιστεί η υδροδότηση.
Ο κ. Σαχίνης έθεσε ακριβώς αυτή την ανάγκη στο επίκεντρο, περιγράφοντας την ανάγκη να περάσουμε από το μοντέλο της απλής επιχειρησιακής ετοιμότητας σε ένα σύστημα που θα έχει εφεδρείες, εναλλακτικούς τρόπους λειτουργίας και σχέδια δοκιμασμένα σε πραγματικές συνθήκες.
Οι κίνδυνοι, όπως επισημάνθηκε, δεν περιορίζονται σε ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο. Ένας σεισμός, μια διακοπή ηλεκτροδότησης ή μια κυβερνοεπίθεση μπορούν να προκαλέσουν επίσης αλυσιδωτές επιπτώσεις.
Ο κ. Ψυχογυιός υπογράμμισε ότι πρέπει να υπάρχει σαφής εικόνα για την «ελάχιστη ασφαλή παροχή νερού», το χρονικό διάστημα για το οποίο αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί, αλλά και τα όρια λειτουργίας κρίσιμων εγκαταστάσεων ύδρευσης, αποχέτευσης και επεξεργασίας λυμάτων.
Οπως εξήγησε, ο πάροχος πρέπει να γνωρίζει ποια κρίσιμη υπηρεσία οφείλει να διατηρήσει και με ποια μέσα μπορεί να το επιτύχει, ενώ ο ρυθμιστής οφείλει να ελέγχει αν τα προτεινόμενα μέτρα και οι επενδύσεις είναι αναγκαίες και ανάλογες με τον κίνδυνο.
Αυτό που έγινε απολύτως σαφές στο πλαίσιο της ημερίδας είναι το γεγονός πως οι κρίσιμες υποδομές εξαρτώνται η μία από την άλλη, όπως ανέφερε ο Σπύρος Παπαγεωργίου, γ.γ. Κρίσιμων Οντοτήτων στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.
Ένα αντλιοστάσιο χρειάζεται ρεύμα. Τα συστήματα τηλεμετρίας χρειάζονται τηλεπικοινωνίες. Οι εγκαταστάσεις χρειάζονται εξοπλισμό, ανταλλακτικά και προμηθευτές. Αν ένα από αυτά τα κρίσιμα στοιχεία καταρρεύσει, μπορεί να συμπαρασύρει ολόκληρη την υπηρεσία.
Η νέα λογική, όπως την περιέγραψε ο κ. Παπαγεωργίου, είναι να μη βλέπουμε μόνο κάθε εγκατάσταση ξεχωριστά, αλλά «ολιστικά» το σύστημα και τις αλληλεξαρτήσεις του. Να είναι γνωστό, δηλαδή, τι συμπαρασύρεται εάν πέσει μια υποδομή και ποια εναλλακτική υπάρχει πριν από την εκδήλωση της κρίσης.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στην κυβερνοασφάλεια. Η ανησυχία δεν αφορά μόνο μια άμεση καταστροφή ενός συστήματος, αλλά και το ενδεχόμενο ένας επιτιθέμενος να αποκτήσει πρόσβαση και να παραμείνει αδρανής, περιμένοντας τη στιγμή κατά την οποία η υποδομή θα είναι περισσότερο κρίσιμη, ώστε τότε να προκαλέσει τη μεγαλύτερη δυνατή διαταραχή.
Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται η αξιοποίηση ψηφιακών διδύμων, δηλαδή ψηφιακών αναπαραστάσεων κρίσιμων υποδομών, όπου μπορούν να δοκιμάζονται σενάρια αστοχίας ή επίθεσης χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο το πραγματικό σύστημα.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου υπογράμμισε ότι τα υδατικά αποθέματα έχουν βελτιωθεί, επισημαίνοντας ωστόσο πως αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα λύθηκε: «Δεν είμαστε στο κόκκινο πια, αλλά αυτό σημαίνει ότι τώρα πρέπει να τρέξουμε πιο γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι όταν τα αποθέματα βρίσκονται στο όριο, η Πολιτεία υποχρεώνεται να αντιμετωπίζει την κατάσταση εκτάκτως, χωρίς περιθώριο για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η σημερινή συγκυρία, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να αξιοποιηθεί ακριβώς για να σχεδιαστούν οι παρεμβάσεις που θα αποτρέψουν μια νέα επιστροφή στο «κόκκινο».
Την ίδια στιγμή, η λειψυδρία έχει πάψει σε πολλές περιοχές να αποτελεί ένα εντελώς απρόβλεπτο φαινόμενο, επεσήμανε ο γ.γ. Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ, Πέτρος Βαρελίδης.
Εξήγησε ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαφορετικές συνθήκες από περιοχή σε περιοχή, με την τουριστική δραστηριότητα να αυξάνει σε ορισμένα σημεία εποχικά τη ζήτηση για νερό, την ώρα που η αγροτική παραγωγή παραμένει ο μεγαλύτερος καταναλωτής.
Περίπου το 85% του νερού καταναλώνεται στη γεωργία, ποσοστό που σε επίπεδο χώρας δεν παρουσιάζει αυξητική τάση και θα έπρεπε να περιορίζεται περαιτέρω με τη βελτίωση των μεθόδων άρδευσης. Στις περιοχές, όμως, όπου η τουριστική δραστηριότητα συνυπάρχει με την αγροτική παραγωγή, οι πιέσεις μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερες.
Η αφαλάτωση αποτελεί μία από τις λύσεις που εξετάζονται για περιοχές με μόνιμο πρόβλημα επάρκειας, ιδιαίτερα σε νησιά. Το βασικό μήνυμα, όμως, που εξέπεμψε ο κ. Βαρελίδης είναι ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει την καλή λειτουργία των δικτύων. Εάν ένα δίκτυο χάνει, για παράδειγμα, το 70% του νερού του, δεν έχει νόημα να παράγεται περισσότερο νερό πριν αντιμετωπιστούν οι διαρροές, όπως σημείωσε. «Πρώτος στόχος πρέπει να είναι να γνωρίζει ο πάροχος πόσο νερό μπαίνει στο δίκτυο, πόσο καταναλώνεται και πού βρίσκονται οι απώλειες».
Πίσω από όλα αυτά επανέρχεται το ζήτημα του μεγάλου αριθμού φορέων διαχείρισης του νερού. Ο κ. Παπασταύρου υποστήριξε ότι η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει με αποσπασματικές παρεμβάσεις και διαφορετικά επίπεδα πόρων και τεχνογνωσίας, επισημαίνοντας την ανάγκη για πιο αποτελεσματική οργάνωση του τομέα.
Στην κατεύθυνση αυτή η μεταρρύθμιση που βρίσκεται σε εξέλιξη προβλέπει τη διεύρυνση του ρόλου της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, οι οποίες θα συνδεθούν με συνολικά 68 παρόχους, με τον υπουργό να αναγνωρίζει ωστόσο ότι η αλλαγή ενός τόσο κατακερματισμένου συστήματος δεν μπορεί να γίνει μέσα σε μία ημέρα.
Περισσότερες ειδήσεις
Στ. Παπασταύρου: Συντονισμένες δράσεις κατά της λειψυδρίας – Εθνικό αγαθό το νερό
Τα παιδιά «σώζουν» το νερό: Η ΕΥΔΑΠ στέλνει τη Μεγάλη Μπλε Αποστολή στα σχολεία
Ψυττάλεια: Από την αδιάλειπτη λειτουργία στον εκσυγχρονισμό της επόμενης δεκαετίας
Χ. Σαχίνης: «Δεν εφησυχάζουμε» για τη λειψυδρία – Προτεραιότητες η επάρκεια και η επαναχρησιμοποίηση του νερού