Με διπλή ενεργειακή πίεση βρίσκονται αντιμέτωποι οι ορεινοί προορισμοί της χώρας ενόψει της χαμηλής, χειμερινής σεζόν, καθώς το αυξημένο κόστος επιβαρύνει τόσο τη μετάβαση των επισκεπτών λόγω της αύξησης της τιμής της βενζίνης όσο και τη λειτουργία των ξενοδοχειακών μονάδων. Το πρόβλημα είναι εντονότερο εκτός υψηλής περιόδου, όταν οι πληρότητες και οι τιμές είναι σημαντικά χαμηλότερες και η ζήτηση στηρίζεται κυρίως στον εσωτερικό τουρισμό.
Από τον Οκτώβριο, με τη μείωση των αεροπορικών συνδέσεων, οι ορεινοί προορισμοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους Έλληνες που ταξιδεύουν με Ι.Χ. Ένα διήμερο ή τριήμερο με διαδρομή 400 – 600 χιλιομέτρων μετ’ επιστροφής κοστίζει πλέον 70 – 110 ευρώ μόνο σε καύσιμα, ποσό που μπορεί να είναι συγκρίσιμο με το κόστος της διαμονής. Με τη μέση τιμή της αμόλυβδης να έχει ξεπεράσει τα 2,19 ευρώ ανά λίτρο και να είναι ακόμη υψηλότερη σε ορεινές, απομακρυσμένες και νησιωτικές περιοχές, οι ξενοδόχοι εκτιμούν ότι το κόστος μετακίνησης λειτουργεί αποτρεπτικά για τις σύντομες αποδράσεις.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων σε επιστολή της προς τον Κυριάκο Πιερρακάκη, υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την υπουργό Τουρισμού κ. Όλγα Κεφαλογιάννη θέτει, ειδικά αυτή την περίοδο στα τέλη Σεπτεμβρίου – αρχές Οκτωβρίου και ένα επιπλέον ζήτημα, αυτό για τους νησιωτικούς προορισμούς όπου το πρόβλημα λαμβάνει διαφορετική μορφή: Η πλειονότητα των ξενοδοχειακών μονάδων δεν λειτουργεί τους χειμερινούς μήνες και είναι αρκετά τα ξενοδοχεία που καταβάλλουν προσπάθεια ώστε να λειτουργήσουν έναν ή δύο μήνες επιπλέον, στην αρχή και στο τέλος της θερινής σεζόν. Ακριβώς εκεί, όμως, η επιβάρυνση από το κόστος των καυσίμων είναι μεγαλύτερη: Η απόκλιση από τη μέση πανελλαδική τιμή του καυσίμου είναι υψηλότερη απ’ οπουδήποτε αλλού στα νησιά, με ενδεικτική τη μέση τιμή στα τέλη της περασμένης εβδομάδας στις Κυκλάδες στα 2,42 ευρώ το λίτρο για την αμόλυβδη 95. Η επιβάρυνση αυτή μετακυλίεται στο σύνολο της λειτουργίας της μονάδας (τροφοδοσία, μεταφορικά, μετακίνηση προσωπικού κ.λπ.), αλλά και στη δαπάνη του ίδιου του επισκέπτη για τις μετακινήσεις του.
Πέραν του κόστους μετάβασης, τώρα, εν όψει της χειμερινής σεζόν, αυτό που «καίει» τον κλάδο είναι και το θέμα του κόστους θέρμανσης με το οποίο επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις των ορεινών περιοχών, στην πλειονότητά τους οικογενειακές και μικρού μεγέθους με δεδομένη και την υψηλή εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού υπέρ του καλοκαιριού.
Όπως μεταφέρουν οι Ενώσεις – μέλη της ΠΟΞ, από τις περιοχές αυτές, κατά το 2025 οι επιχειρήσεις χρειάστηκε να λειτουργούν με θέρμανση έως τα μέσα Ιουνίου και να την επανεκκινήσουν ήδη από τα τέλη Σεπτεμβρίου. «Παρά ταύτα, το ισχύον πλαίσιο διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης, από τη 15η Οκτωβρίου έως το τέλος Απριλίου, εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται στις πραγματικές κλιματολογικές συνθήκες της ορεινής Ελλάδας», επισημαίνει η Ομοσπονδία στην επιστολή της. «Οι επιχειρήσεις των περιοχών αυτών καλούνται, για τουλάχιστον τρεις μήνες ετησίως, να θερμαίνονται με καύσιμο υψηλότερης φορολογικής επιβάρυνσης, ακριβώς δηλαδή στους μήνες κατά τους οποίους επιχειρείται η επιμήκυνση της σεζόν. Με την έναρξη της νέας περιόδου διάθεσης, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης αναμένεται να διαμορφωθεί σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τα περσινά».
Η αύξηση αυτή, σε συνδυασμό με την παράλληλη επιβάρυνση από το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, διαμορφώνει ένα ενεργειακό βάρος που οι μονάδες των ορεινών περιοχών δεν είναι πλέον σε θέση να απορροφήσουν.
Οι ξενοδόχοι υποστηρίζουν ότι στις κρίσεις των τελευταίων ετών οι επιχειρήσεις αυτές επέλεξαν, να μη μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στον Έλληνα επισκέπτη, ώστε να διατηρήσουν προσιτούς τους προορισμούς τους και πλέον το περιθώριο αυτό έχει εξαντληθεί, με τις μικρές, οικογενειακές μονάδες να πλήττονται δυσανάλογα: Πολύ περισσότερο με το σκεπτικό ότι τα ξενοδοχεία των ορεινών όγκων, της ενδοχώρας και των μικρών νησιών δεν διαθέτουν εναλλακτικές αγορές, ούτε συμβάσεις με μεγάλους tour operators που να εξασφαλίζουν πληρότητες, λειτουργούν με πιο μικρά περιθώρια και συχνά αποτελούν τη μοναδική οικονομική δραστηριότητα της περιοχής – σε αρκετούς προορισμούς ο τουρισμός συνιστά ουσιαστικά τη μόνη πηγή εισοδήματος και η βιωσιμότητα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων συνδέεται ευθέως με τη συγκράτηση του πληθυσμού.
Η ΠΟΞ ζητά στοχευμένες παρεμβάσεις, γεωγραφικά και χρονικά «έχοντας επίγνωση των δημοσιονομικών περιορισμών». Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η επέκταση της περιόδου διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης με τον μειωμένο συντελεστή Ε.Φ.Κ. για τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές, ώστε να καλύπτει το πραγματικό διάστημα κατά το οποίο απαιτείται θέρμανση – κατ’ ελάχιστον από 1η Οκτωβρίου έως την 31η Μαΐου, με δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης βάσει των δεδομένων της Ε.Μ.Υ. ανά ζώνη. «Πρόκειται για παρέμβαση περιορισμένου δημοσιονομικού αποτυπώματος, καθώς αφορά συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες και οριοθετημένο αριθμό ωφελούμενων», όπως σχολιάζεται σχετικά.
Επίσης προτείνεται η στοχευμένη ελάφρυνση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τις ξενοδοχειακές μονάδες ορεινών, απομακρυσμένων και μικρών νησιωτικών περιοχών, μέσω μείωσης ή απαλλαγής από ρυθμιζόμενες χρεώσεις κατά τους μήνες εκτός αιχμής, ή μέσω ένταξής τους σε ειδικό τιμολόγιο, καθώς επίσης και η ένταξη των μονάδων των ορεινών περιοχών σε πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης με αυξημένη ένταση ενίσχυσης, με προτεραιότητα σε συστήματα που μειώνουν διαρθρωτικά την εξάρτηση από το πετρέλαιο (αντλίες θερμότητας, θερμομόνωση κελύφους, αξιοποίηση τοπικής βιομάζας). Η λύση αυτή είναι η μόνη που αντιμετωπίζει το πρόβλημα μόνιμα και όχι ετησίως. Οι ξενοδόχοι ζητούν και μηχανισμό αντιστάθμισης του μεταφορικού κόστους καυσίμων για τις περιοχές όπου η απόκλιση από τη μέση πανελλαδική τιμή υπερβαίνει συγκεκριμένο όριο, κατά το πρότυπο του Μεταφορικού Ισοδυνάμου.
Περισσότερες ειδήσεις