MENU

Περιορισμένα οφέλη και πλήγμα στη φήμη της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού από τον πενταπλασιασμό του φόρου μεταβίβασης κατοικιών για αγοραστές τρίτων χωρών

Η αύξηση της φορολογίας από 3% στο 15% θα εφαρμοστεί – αν τελικά ισχύσει – από τον Ιούλιο του 2027 αντί για τον προσεχή Ιανουάριο, με τους κτηματομεσίτες να κάνουν λόγο για σήμα επενδυτικής ανασφάλειας προς το διεθνές κοινό

Με χρονικό ορίζοντα εκκίνησης έξι μήνες αργότερα – από τον Ιούλιο του 2027 και όχι από τον Ιανουάριο – και επιπλέον με εξαιρέσεις, θα εφαρμοστεί τελικά το μέτρο για την αύξηση του φόρου μεταβίβασης από 3% σε 15% για κατοικίες που αγοράζονται από πολίτες τρίτων χωρών, μία από τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της εφετινής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.

Η εξειδίκευση από τον υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη έφερε τις πρώτες αλλαγές με δεδομένες και τις αντιδράσεις των ανθρώπων της εγχώριας κτηματαγοράς που έκαναν λόγο, αμέσως μετά τις εξαγγελίες της Κυριακής, για σειρά αρνητικών επιπτώσεων: Μεταξύ αυτών, η επίσπευση συναλλαγών έως το τέλος του έτους και παράλληλα το «κενό» στη ζήτηση αμέσως μετά την εφαρμογή του, το πλήγμα της φήμης της χώρας ως επενδυτικού προορισμού σε μία συγκυρία μάλιστα όπου η Ελλάδα έχει καταφέρει να κερδίσει έδαφος ειδικά στον τομέα των πολυτελών κατοικιών, αλλά και το μήνυμα επενδυτικής ανασφάλειας στην αγορά. Οι μεσίτες δηλώνουν ότι «η περιορισμένη προσφορά κατοικιών, το υψηλό κόστος κατασκευής, η αργή επανένταξη κλειστών και παλαιών ακινήτων στην αγορά και οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέου αποθέματος αποτελούν βασικότερους παράγοντες πίσω από την άνοδο των τιμών», επισημαίνοντας ότι με την εφαρμογή της αύξησης της φορολογίας στους τρίτους αγοραστές ουσιαστικά δίνεται σήμα ανασφάλειας προς το ξένο κοινό.

Σήμερα ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων είναι 3% (3,09% συνυπολογίζοντας την εισφορά 3% επί του φόρου υπέρ δήμων) επί της φορολογητέας αξίας. Από τον φόρο απαλλάσσεται η αγορά πρώτης κατοικίας εφόσον το ακίνητο έχει αξία έως 200.000 ευρώ για τον άγαμο και 250.000 ευρώ για τον έγγαμο πλέον 25.000 ευρώ για κάθε τέκνο (30.000 ευρώ για το τρίτο και επόμενα τέκνα). Δικαιούχοι της απαλλαγής είναι Έλληνες, ομογενείς από Αλβανία, Τουρκία και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, πολίτες των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, καθώς επίσης πολίτες τρίτων χωρών που απολαύουν του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα και πολίτες τρίτων χωρών που κατέχουν άδεια διαμονής στην Ελλάδα δεύτερης γενιάς.

Με τη νέα ρύθμιση, ο φόρος μεταβίβασης για αγορά κατοικιών (δεν θα αφορά δηλαδή επαγγελματικούς χώρους, οικόπεδα ή άλλα ακίνητα) για πολίτες που δεν είναι Έλληνες, ομογενείς ή πολίτες της ΕΕ και του ΕΟΧ ή δεν είναι επί μακρόν διαμένοντες (δηλαδή δεν ανήκουν στις κατηγορίες που απαλλάσσονται και για την πρώτη κατοικία), θα διαμορφωθεί σε 15% (15,45% συνυπολογίζοντας την εισφορά 3% επί του φόρου υπέρ δήμων). Σύμφωνα με το υπουργείο, η θέσπιση αυξημένου φόρου μεταβίβασης κατά την αγορά κατοικίας από φυσικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι τρίτων χωρών θεσμοθετείται στα πλαίσια της αυξημένης ζήτησης κατοικιών, η οποία συμβάλλει στην άνοδο των τιμών και στον περιορισμό της πρόσβασης των μονίμων κατοίκων στη στέγη. Σημειώνεται ότι κατά το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, επενδύθηκαν 1,2 δισ. ευρώ για αγορά ακινήτων από πολίτες τρίτων κρατών. Από αυτά εκτιμάται, με βάση τα φορολογικά στοιχεία, ότι περίπου 800 εκατ. ευρώ αφορούσαν σε κατοικίες.

Αποθάρρυνση νέων επενδύσεων στην ελληνική κτηματαγορά

Από πλευράς της η αγορά έκανε λόγο για ανάγκη πιο στοχευμένης και αναλογικής προσέγγισης, προσθέτοντας ότι η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος περνά πρωτίστως μέσα από την αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Και σε αυτό το πεδίο η φορολογική αποθάρρυνση των ξένων κεφαλαίων χωρίς διάκριση ως προς το πού και πώς επενδύονται ενέχει τον κίνδυνο να περιορίσει μέρος των επενδύσεων που θα μπορούσαν να συμβάλλουν ακριβώς στη δημιουργία του αποθέματος που σήμερα λείπει από την ελληνική αγορά.

Ενδεικτικά, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας παροχής κτηματομεσιτικών υπηρεσιών Engel & Völkers Ελλάδας, Γιώργος Πετράς, αναγνωρίζει ότι το στεγαστικό αποτελεί ένα υπαρκτό και σύνθετο πρόβλημα, επισημαίνει ωστόσο ότι η τελική ρύθμιση θα πρέπει να λάβει υπόψη τις μεγάλες διαφοροποιήσεις που υπάρχουν μέσα στην αγορά ακινήτων, ώστε να μην επιβαρύνει κατηγορίες συναλλαγών που δεν συνδέονται άμεσα με την προσιτή κατοικία, πολύ περισσότερο δε με το δεδομένο ότι ειδικά η πολυτελής κατοικία αφορά διαφορετικά κοινά. «Ως εκπρόσωποι της αγοράς ακινήτων, είμαστε έτοιμοι να συμβάλλουμε στο διάλογο με στοιχεία, εμπειρία και συγκεκριμένες προτάσεις. Μια αποτελεσματική ρύθμιση πρέπει να είναι στοχευμένη, αναλογική και επαρκώς διαφοροποιημένη, λαμβάνοντας υπόψη την περιοχή, την αξία και τη χρήση του ακινήτου, καθώς και την πραγματική επίδραση κάθε κατηγορίας συναλλαγών στην τοπική στεγαστική αγορά.» Σύμφωνα με τον ίδιο, κρίσιμο ζητούμενο είναι να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη ενίσχυσης της πρόσβασης των ελληνικών νοικοκυριών στη στέγη και στη διαφύλαξη της επενδυτικής αξιοπιστίας της χώρας.

Ανώφελη η επιβάρυνση των υπερπολυτελών κατοικιών

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στα ακίνητα υψηλής αξίας, όπου μια σημαντική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης ενδέχεται να περιορίσει συναλλαγές, ρευστότητα και νέες αναπτύξεις, χωρίς να έχει αντίστοιχη επίδραση στην προσφορά προσιτών κατοικιών: «Δεν υπάρχει μία ενιαία αγορά ακινήτων. Ένα διαμέρισμα αξίας 350.000 ευρώ σε μια κατοικημένη περιοχή της Αθήνας και μια πολυτελής κατοικία αξίας 2,5 εκατ. ευρώ στην Αθηναϊκή Ριβιέρα ή σε ένα νησί δεν απευθύνονται στο ίδιο αγοραστικό κοινό και δεν έχουν την ίδια επίδραση στη στεγαστική αγορά. Στην κατηγορία των ακινήτων υψηλής αξίας, ο πενταπλασιασμός του φόρου μεταβίβασης ενδέχεται να μειώσει τις συναλλαγές, τη ρευστότητα και τις προπωλήσεις που στηρίζουν νέες αναπτύξεις, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα αυξήσει τη διαθεσιμότητα προσιτών κατοικιών για την ελληνική οικογένεια» όπως δηλώνει ο κ. Πετράς. «Πριν από την οριστικοποίηση της νομοθετικής ρύθμισης, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστούν κρίσιμα ζητήματα, όπως η σχέση μεταξύ υπηκοότητας και φορολογικής κατοικίας, η αντιμετώπιση των αγορών μέσω ελληνικών ή άλλων ευρωπαϊκών εταιρειών και οι κανόνες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους. Το πλαίσιο πρέπει να αποτρέπει καταχρηστικές πρακτικές, χωρίς να επιβαρύνει αδικαιολόγητα νόμιμες επιχειρηματικές δομές ή να ανατρέπει συναλλαγές και προσύμφωνα που έχουν ήδη συμφωνηθεί βάσει του ισχύοντος καθεστώτος».

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Engel & Völkers Ελλάδας, η διεθνής ζήτηση μπορεί να επηρεάζει τις τιμές σε συγκεκριμένες περιοχές και κατηγορίες ακινήτων, δεν αποτελεί όμως τη μοναδική αιτία του στεγαστικού προβλήματος. Η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα, το αυξημένο κόστος κατασκευής, οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, τα κενά ακίνητα και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις επηρεάζουν επίσης καθοριστικά την αγορά. Κανένα φορολογικό μέτρο δεν μπορεί από μόνο του να υποκαταστήσει την ανάγκη αύξησης της προσφοράς, επιτάχυνσης των αδειοδοτήσεων και δημιουργίας ειδικών λύσεων στέγασης για τους εργαζομένους στις τουριστικές περιοχές.

Περισσότερες ειδήσεις

«Κόφτες» στις βραχυχρόνιες μισθώσεις σχεδιάζει η ΕΕ – Ο δείκτης που θα κρίνει πόσα Airbnb… αντέχει κάθε περιοχή

Π. Μπαλωμένος: «Στρατηγικό αναπτυξιακό κεφάλαιο» τα σιδηροδρομικά ακίνητα – Από 20% σε 60% η ωρίμανση των assets της Hellenic Rail Estate

Σπίτια… παντός καιρού: Άλμα 3,1% στις ασφαλίσεις για σεισμό και ακραία φαινόμενα το α’ τρίμηνο

Σχετικά Άρθρα