MENU

Θύματα της ενεργειακής φτώχειας και το καλοκαίρι τα ελληνικά νοικοκυριά – Το αυξημένο κόστος περιορίζει τη χρήση κλιματιστικού

Στη συντριπτική πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες ξεπερνούν κατά τους θερινούς μήνες το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25 βαθμών Κελσίου, φτάνοντας ακόμη και τους 34 έως 38 βαθμούς μέσα στο σπίτι

Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα δεν αφορά πλέον μόνο τον χειμώνα. Οι ολοένα συχνότεροι και εντονότεροι καύσωνες μετατρέπουν πλέον και το καλοκαίρι σε περίοδο έντονης οικονομικής και κοινωνικής πίεσης για χιλιάδες νοικοκυριά, τα οποία αδυνατούν είτε να διατηρήσουν τις κατοικίες τους σε ανεκτές θερμοκρασίες είτε να αντεπεξέλθουν στο κόστος λειτουργίας του κλιματισμού. Η «θερινή ενεργειακή φτώχεια» αναδεικνύεται πλέον σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της στεγαστικής κρίσης, καθώς η κατοικία παύει να λειτουργεί ως χώρος προστασίας απέναντι στην κλιματική κρίση.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας έκθεσης της Greenpeace Ελλάδας, η οποία, σε συνεργασία με το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ), καταγράφει για πρώτη φορά με πραγματικές μετρήσεις τις συνθήκες που επικρατούν μέσα στα ελληνικά σπίτια κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Το πρόβλημα ξεκινά από το ίδιο το ελληνικό κτιριακό απόθεμα. Η πλειονότητα των κατοικιών έχει κατασκευαστεί πριν από το 1979, δηλαδή πριν από την εφαρμογή του Κανονισμού Θερμομόνωσης, όταν η προστασία από την υπερθέρμανση δεν αποτελούσε καν παράμετρο σχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες να αδυνατούν να ανταποκριθούν στις σημερινές κλιματικές συνθήκες.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι ελληνικές πόλεις θερμαίνονται ολοένα περισσότερο λόγω της πυκνής δόμησης, της έλλειψης πρασίνου και της αδυναμίας τους να αποβάλουν τη θερμότητα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Παράλληλα, το στεγαστικό κόστος αυξάνεται συνεχώς, ενώ οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, καθιστώντας την ψύξη της κατοικίας απαγορευτική για μεγάλο μέρος των πολιτών.

Σπίτια που… βράζουν!

Η μελέτη βασίστηκε σε έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2025 σε 29 κατοικίες, οι οποίες βρίσκονται στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα – Καλαμπάκα, την Πάτρα, το Ηράκλειο – Χανιά και την Κοζάνη, καλύπτοντας όλες τις κλιματικές ζώνες της χώρας.

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα εξετάστηκαν ταυτόχρονα τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες κατοικιών: Αμόνωτες, κατοικίες με ήπιες ενεργειακές παρεμβάσεις, κατοικίες με εκτεταμένες ενεργειακές αναβαθμίσεις και παθητικά κτίρια υψηλής ενεργειακής απόδοσης. Σε όλες εγκαταστάθηκαν ειδικοί σταθμοί μέτρησης που κατέγραφαν συνεχώς θερμοκρασία, σχετική υγρασία, επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) και θόρυβο. Παράλληλα, οι ένοικοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης και τη χρήση του κλιματισμού.

Τα αποτελέσματα χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ανησυχητικά. Στη συντριπτική πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες ξεπέρασαν για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25 βαθμών Κελσίου. Οι μέσες θερμοκρασίες κυμάνθηκαν μεταξύ 28 και 31 βαθμών, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι μέγιστες τιμές έφτασαν ακόμη και τους 34 έως 38 βαθμούς μέσα στο σπίτι.

Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις καταγράφηκαν στην Αθήνα και την Πάτρα, ενώ πιο ήπιες συνθήκες εντοπίστηκαν στην Κοζάνη, όπου τα θερμικά φορτία είναι χαμηλότερα.

Η έκθεση αναδεικνύει ότι οι αμόνωτες κατοικίες αποτελούν τη μεγαλύτερη εστία κινδύνου. Οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν υψηλές ακόμη και μετά τη δύση του ήλιου, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν πέφτουν κάτω από τους 28-30 βαθμούς ούτε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Αυτό σημαίνει ότι οι ένοικοι δεν βρίσκουν καμία ανακούφιση από τη ζέστη, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η ποιότητα του ύπνου, η ψυχική υγεία και συνολικά η καθημερινότητά τους.

Η εικόνα βελτιώνεται μόνο εν μέρει στις κατοικίες όπου έχουν γίνει περιορισμένες ενεργειακές παρεμβάσεις, όπως αντικατάσταση κουφωμάτων ή τοπική θερμομόνωση. Αντίθετα, σημαντικά καλύτερες επιδόσεις εμφανίζουν οι κατοικίες που έχουν αναβαθμιστεί συνολικά, ενώ τα παθητικά κτίρια καταγράφουν τις καλύτερες θερμικές συνθήκες και τις μικρότερες ανάγκες για ψύξη.

Υπάρχει κλιματιστικό, αλλά δεν ανάβει λόγω κόστους

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης είναι ότι η ενεργειακή φτώχεια δεν αποτυπώνεται μόνο στην κατάσταση των κτιρίων αλλά και στην οικονομική αδυναμία των νοικοκυριών να χρησιμοποιήσουν τις συσκευές ψύξης.

Ακόμη και σε κατοικίες όπου οι θερμοκρασίες ήταν ιδιαίτερα υψηλές, το κλιματιστικό λειτουργούσε συνήθως μόλις μία έως δύο ώρες ημερησίως. Η περιορισμένη χρήση δεν οφείλεται στην απουσία ανάγκης, αλλά στο αυξημένο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο αυξάνεται η θερμοκρασία, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για ψύξη, αυξάνονται οι λογαριασμοί ρεύματος και τελικά όλο και περισσότερα νοικοκυριά επιλέγουν να υπομένουν τη ζέστη αντί να επιβαρυνθούν οικονομικά.

Σε αρκετές κατοικίες καταγράφηκαν συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα άνω των 1.000 ppm, ένδειξη ανεπαρκούς αερισμού, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η σχετική υγρασία ξεπερνούσε τα επιθυμητά όρια, επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο την αίσθηση δυσφορίας και αυξάνοντας τους κινδύνους για την υγεία.

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αποτελεί πλέον ένα αμιγώς ενεργειακό ή τεχνικό ζήτημα. Οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν άμεσα την υγεία, ιδιαίτερα των ηλικιωμένων, των παιδιών και των ατόμων με χρόνια νοσήματα, αυξάνοντας τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης, θερμοπληξίας, αφυδάτωσης, αλλά και επιδείνωσης καρδιαγγειακών και αναπνευστικών παθήσεων.

Παράλληλα, οι συνθήκες υπερθέρμανσης επηρεάζουν την ποιότητα του ύπνου, τη συγκέντρωση, την παραγωγικότητα και την ψυχική υγεία, μετατρέποντας τη ζέστη σε έναν ακόμη παράγοντα κοινωνικών ανισοτήτων.

Ανεπαρκή και αναποτελεσματικά τα προγράμματα «Εξοικονομώ»

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις δημόσιες πολιτικές. Σύμφωνα με τη μελέτη, παρά το γεγονός ότι περισσότερες από 140.000 κατοικίες έχουν ενταχθεί διαχρονικά στο πρόγραμμα «Εξοικονομώ» και ακόμη περίπου 115.000 βρίσκονται σε διαδικασία αναβάθμισης, οι περισσότερες παρεμβάσεις παραμένουν περιορισμένου βάθους και δεν αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το πρόβλημα της θερινής υπερθέρμανσης.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η Ελλάδα καθυστέρησε να καταθέσει το Εθνικό Σχέδιο Ανακαίνισης Κτιρίων, παρά τις σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε μάλιστα αποστείλει προειδοποιητική επιστολή στη χώρα, μαζί με άλλα 18 κράτη – μέλη.

Η Greenpeace προτείνει ένα νέο πλαίσιο πολιτικής που περιλαμβάνει επτά παρεμβάσεις και συγκεκριμένα:

  • Μείωση του ενεργειακού κόστους τους θερινούς μήνες.
  • Απαγόρευση διακοπών ηλεκτροδότησης κατά τη διάρκεια καυσώνων.
  • Αναθεώρηση του ΚΕΝΑΚ ώστε να ενσωματώνει τη θερινή υπερθέρμανση.
  • Προτεραιότητα στις ριζικές ανακαινίσεις ολόκληρων κτιρίων.
  • Πλήρη στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών για ενεργειακές αναβαθμίσεις.
  • Ενίσχυση της αυτοπαραγωγής και των ενεργειακών κοινοτήτων.
  • Ενεργότερο ρόλο του Δημοσίου στον σχεδιασμό και την παρακολούθηση των ανακαινίσεων.

Περισσότερες ειδήσεις

Πώς πάρκινγκ και αποθήκη εκτοξεύουν τις τιμές των ακινήτων έως και 90% – Σε ποιες περιοχές θα τα πληρώσετε «χρυσάφι»

Άννα Μωκάκου στο energodromio.gr: Μύθος τα πάρκινγκ του 1 εκατ. ευρώ – «Αόρατα» στις αναζητήσεις του διαδικτύου τα ακίνητα χωρίς θέσεις στάθμευσης

Υψηλό κόστος κατασκευής και περιορισμένος αριθμός διαθέσιμων θέσεων στάθμευσης εκτινάσσουν τις τιμές τους

Σχετικά Άρθρα