MENU

«Καρότο και μαστίγιο» για τους αναδόχους δημοσίων έργων προτείνει το ΤΕΕ – Ευθύνες στο Δημόσιο για κακό σχεδιασμό και προβληματική ωρίμανση των νέων υποδομών

Αντιπλημμυρική προστασία, άρδευση, αποθήκευση νερού και ύδρευση, μαζί με τεχνολογίες που μπορούν να περιορίσουν τις απώλειες, δημιουργούν ένα νέο πεδίο μεγάλων επενδύσεων από τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις

Μπόνους για τους αναδόχους που ολοκληρώνουν τα έργα νωρίτερα και πέναλτι για εκείνους που καθυστερούν, πρότεινε ο πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ), Γιώργος Στασινός στη συζήτηση για την επόμενη ημέρα των ελληνικών υποδομών στο πλαίσιο του 9ου Συνεδρίου Υποδομών και Μεταφορών – ITC 2026, θέτοντας παράλληλα στο επίκεντρο όχι μόνο την ευθύνη των κατασκευαστών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο σχεδιάζει, ωριμάζει και παρακολουθεί τα έργα.

«Όταν θέλουμε, τα έργα γίνονται στην ώρα τους», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Στασινός σημειώνοντας τη σημασία της προτεραιοποίησης, της ικανοποιητικής ωρίμανσης έργων, αλλά και των χρηματοδοτικών εργαλείων που θα βάλουν νέες υποδομές στη γραμμή εκκίνησης ύστερα από την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης με δεδομένο ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν είναι απεριόριστοι.

Στις υποδομές απόλυτης προτεραιότητας εντάσσονται τα έργα που σχετίζονται με το νερό, όπως σημείωσαν και οι εκπρόσωποι του κατασκευαστικού κλάδου, είτε αυτά αφορούν την αντιπλημμυρική προστασία, είτε την άρδευση, την αποθήκευση και βεβαίως την ύδρευση.

Σε ό,τι αφορά τη συνολική εικόνα των κατασκευών – όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της ΤΕΡΝΑ, Χρήστος Παναγιωτόπουλος – για την περίοδο 2026 – 2030 βρίσκονται υπό εκτέλεση έργα περίπου 10 δισ. ευρώ. Εκτίμησε τις ανάγκες για μεγάλα έργα σε 40 – 50 δισ. ευρώ, εντοπίζοντας ωστόσο ετήσιο επενδυτικό κενό ύψους 6 – 8 δισ. ευρώ.

Κίνητρα και ποινές

Σε κάθε περίπτωση η ανάγκη επιτάχυνσης των έργων είναι ορατή με τον πρόεδρο του ΤΕΕ να προτείνει ένα μίγμα κινήτρων και ποινών προς τους αναδόχους ώστε να επιβραβεύεται η έγκαιρη ή πρόωρη ολοκλήρωση και να επιβάλλονται κυρώσεις όταν υπάρχουν καθυστερήσεις.

Συνέδεσε μάλιστα τις καθυστερήσεις και με το υψηλό ανεκτέλεστο του κατασκευαστικού κλάδου, υπογραμμίζοντας πως «όσο το Χρηματιστήριο πληρώνει αυτούς που έχουν ανεκτέλεστο, τότε δεν θα υπάρχει ενδιαφέρον να εκτελούνται τα έργα. Αν το χρηματιστήριο πλήρωνε αυτόν που εκτελεί γρήγορα τα έργα, θα ήμασταν λίγο καλύτερα. Το λέω γιατί οι εταιρείες φροντίζουν να έχουν ανεκτέλεστο, τους ενδιαφέρει πάρα πολύ γιατί έχουν αυξήσει τις αξίες τους», τόνισε ο κ. Στασινός προσθέτοντας ότι στο τέλος της ημέρας αυτό δεν βοηθά τον πολίτη που θέλει να εκτελεστεί το ανεκτέλεστο και να τελειώσει το έργο.

«Ας συνειδητοποιήσουμε λίγο ποια είναι η πραγματική κατάσταση και ας βάλουμε λίγο τον πήχη πιο ψηλά γιατί μπορούμε. Μπορούν οι εταιρείες να εκτελούν τα έργα πιο γρήγορα. Μπορεί το δημόσιο να φροντίσει ώστε να μην έχουν εμπόδια οι εταιρίες», είπε.

Παράλληλα ο κ. Στασινός έθεσε την ανάγκη για σωστές και επαρκείς μελέτες επισημαίνοντας πως όταν ένα έργο δημοπρατείται με ελλείψεις, δημιουργούνται στη συνέχεια περιθώρια για παρατάσεις και πρόσθετες απαιτήσεις. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τις οριοθετήσεις ρεμάτων, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο στην υλοποίηση έργων ή να οδηγήσουν σε δικαστικές εμπλοκές προσθέτοντας ότι το ίδιο ισχύει για τις απαλλοτριώσεις – ίσως τη βασικότερη αιτία καθυστερήσεων -, τις αρχαιολογικές διαδικασίες και τις προσφυγές. Σύμφωνα με τον κ. Στασινό, η Πολιτεία πρέπει να έχει λύσει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά τα ζητήματα πριν από τη δημοπράτηση ενός έργου.

Δεδομένου ότι η επιτάχυνση περνά και από την ψηφιοποίηση, ο ίδιος υπενθύμισε το e-Διέλευσις για τα έργα οπτικών ινών, στο πλαίσιο του οποίου οι φάκελοι μπορούν να εξετάζονται παράλληλα από τις αρμόδιες υπηρεσίες αντί να μεταφέρονται διαδοχικά από τη μία στην άλλη.

Ο κ. Στασινός έθεσε και το ζήτημα των οικονομικών προσφορών υποστηρίζοντας ότι η αγορά δεν μπορεί να λειτουργεί με εκπτώσεις 70%, 60% ή 50% όταν το πραγματικό κόστος κατασκευής δεν επιτρέπει την ομαλή ολοκλήρωση του έργου. Ανέφερε μάλιστα ότι το πρόβλημα γίνεται εντονότερο καθώς το κόστος της εργασίας έχει αυξηθεί σημαντικά.

Αξιοποίηση όλων των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων

Στο μεταξύ η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης σηματοδοτεί μία περίοδο με περισσότερες προκλήσεις για τον κατασκευαστικό κλάδο. Μιλώντας από το βήμα του ιδίου συνεδρίου, ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Ταχιάος αφού επιχείρησε να περιορίσει την εικόνα ότι αποτέλεσε ένα τεράστιο χρηματοδοτικό εργαλείο αποκλειστικά για δημόσια έργα, σημείωσε ότι η συμβολή του ήταν και η πειθαρχία που επέβαλε μέσω συγκεκριμένων οροσήμων και χρονοδιαγραμμάτων.

Για την επόμενη περίοδο, ο κ. Ταχιάος «έδειξε» προς τον συνδυασμό ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως οι πόροι της Πολιτικής Συνοχής, το Military Mobility και το Climate Fund, αλλά και προς τα ΣΔΙΤ και τις παραχωρήσεις, αλλά με φειδώ. Άλλωστε ξεκαθάρισε για ακόμα μια φορά ότι οι εθνικοί πόροι έχουν όρια κι ότι δεν μπορεί το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων να διευρύνεται απεριόριστα, καθώς κάθε πρόσθετη χρηματοδότηση πρέπει να είναι συμβατή με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Υπογράμμισε τη σημασία της προτεραιοποίησης των έργων, τονίζοντας πως «τα έργα δεν είναι αυτοσκοπός», αφού η χώρα δεν μπορεί να κάνει έργα απλώς επειδή υπάρχει η δυνατότητα να τα κατασκευάσει. Ως εκ τούτου – ανέφερε – θα πρέπει να επιλέγονται εκείνα που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών και στις δυνατότητες της οικονομίας.

Το νερό «ανεβαίνει» στην κατασκευαστική ατζέντα

Σε αυτό το νέο τοπίο, ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος ανέδειξε το νερό ως ένα από τα βασικά πεδία της επόμενης περιόδου. Αντιπλημμυρική προστασία, άρδευση, αποθήκευση νερού και ύδρευση, μαζί με τεχνολογίες που μπορούν να περιορίσουν τις απώλειες, δημιουργούν ένα νέο πεδίο μεγάλων επενδύσεων.

Η ανάγκη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη απαίτηση για μια νέα δεξαμενή ώριμων έργων. Η κατασκευαστική αγορά, όπως ανέφερε ο επικεφαλής της ΤΕΡΝΑ, έχει αυξήσει σημαντικά τις δυνατότητές της τα τελευταία χρόνια, σε εξοπλισμό, επενδύσεις και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Για την περίοδο 2026 – 2030 υπολόγισε περίπου 10 δισ. ευρώ έργων υπό εκτέλεση ή ωρίμανση, ενώ παράλληλα εκτίμησε ότι υπάρχει ετήσιο επενδυτικό κενό 6 – 8 δισ. ευρώ. Με τις συνολικές ανάγκες μεγάλων έργων να φτάνουν, σύμφωνα με την εκτίμησή του, τα 40 – 50 δισ. ευρώ, το ζήτημα μεταφέρεται στο πώς θα εξασφαλιστεί η συνέχεια της επενδυτικής δραστηριότητας.

Στο επίκεντρο έθεσε τα έργα διαχείρισης νερού, σε συνδυασμό με τις νέες υποδομές της Αττικής, την επέκταση υφιστάμενων παραχωρήσεων και την ανάγκη καλύτερου συντονισμού Πολιτείας, τεχνικού κόσμου και κατασκευαστικού κλάδου και ο Αναστάσιος Αρανίτης, Διευθύνων Σύμβουλος της Aktor Κατασκευές. Όπως σημείωσε, μεγάλο μέρος των υποδομών που η χώρα σχεδίαζε επί δεκαετίες έχει πλέον υλοποιηθεί (αεροδρόμια, λιμάνια, φράγματα). Το ζητούμενο, επομένως, μετατοπίζεται πλέον στα έργα που χρειάζεται η Ελλάδα για την επόμενη περίοδο, με έμφαση όχι μόνο στην κατασκευή νέων υποδομών, αλλά και στη συντήρηση, την αναβάθμιση και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των υφιστάμενων.

Στο ζήτημα της συντήρησης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και ο κ. Στασινός αναδεικνύοντάς την ως κρίσιμο ζήτημα για τις υποδομές που ήδη υπάρχουν, δίνοντας μάλιστα την αφορμή στον κ. Ταχιάο να μεταφέρει κατά τη διάρκεια της συζήτησης την πληροφορία ότι η αποκατάσταση της γέφυρας των Σερβίων θα κοστίσει 47 εκατ. ευρώ.

Κρίσιμη η ωρίμανση των έργων

Ιδιαίτερα σημαντικό στάδιο για τα έργα, σύμφωνα με τους ομιλητές, είναι και αυτό της ωρίμανσης, η οποία όπως ανέφερε ο κ. Ταχιάος, δεν αφορά μόνο τις μελέτες, τις άδειες, τις απαλλοτριώσεις και τις αρχαιολογικές διαδικασίες, αλλά και τη διασφάλιση των πόρων που θα επιτρέψουν στο έργο να προχωρήσει όταν συμβασιοποιηθεί. «Δεν υπάρχει ωρίμανση χωρίς χρηματοδότηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά του, ο Αντώνης Μιτζάλης, Εντεταλμένος Σύμβουλος του ομίλου AVAX μίλησε για την ανάγκη ενός κεντρικού μηχανισμού για τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των δημόσιων υποδομών, ο οποίος θα συνδυάζει την καταγραφή των αναγκών, τη μετατροπή τους σε συγκεκριμένα έργα, την ωρίμανση, τη σύγκριση κόστους και προτεραιοτήτων με τους διαθέσιμους πόρους και, στη συνέχεια, την επιλογή του κατάλληλου χρηματοδοτικού εργαλείου.

Ο Ντίνος Μπενρουμπή, Αντιπρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της ΜΕΤΚΑ ΑΤΕ περιέγραψε ότι στην αγορά πλέον δεν κυριαρχεί η χρηματοδότηση μόνο από το Δημόσιο. Οι κατασκευαστικές εταιρείες, οι μητρικοί όμιλοι, οι τράπεζες, η κεφαλαιαγορά και οι ιδιώτες επενδυτές αποτελούν πια μέρος του χρηματοδοτικού οικοσυστήματος. «Έχουμε πεδίον δόξης λαμπρό μπροστά μας. Δουλειά υπάρχει, λεφτά υπάρχουν στον ιδιωτικό τομέα, όλοι πρέπει να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε καλά, να παραδίδουμε τα έργα όπως πρέπει με συνέπεια» υπογράμμισε.

Ως προς τη δεξαμενή των έργων απαρίθμησε τα ήδη προϋπολογισμένα κτιριακά ΣΔΙΤ, ύψους 1,5-1,8 δισ. ευρώ, σιδηροδρομικά έργα 1,2 δισ. ευρώ -με πόρους και από το CEF-, περιβαλλοντικά ΣΔΙΤ άνω του 1δισ. ευρώ, αλλά και δύο οδικά έργα, οι επεκτάσεις της Αττικής Οδού και το Θήβα – Ελευσίνα, που έχουν υποβληθεί ως πρότυπες προτάσεις.

Μίλησε, μάλιστα, για ένα διαφορετικό μοντέλο κατασκευαστικής επιχείρησης: όχι μόνο κατασκευαστής, αλλά και επενδυτής, χρηματοδότης, λειτουργός και συντηρητής.

Περισσότερες ειδήσεις

Αλλάζουν οι κανόνες ανάθεσης δημοσίων έργων – Περιορίζεται ο ρόλος της χαμηλότερης τιμής, δίνεται βάρος σε ποιότητα – ανθεκτικότητα 

Σοβαρά προβλήματα στην εκτέλεση των συγχρηματοδοτούμενων έργων εξαιτίας των εμποδίων του ΕΣΠΑ στις αναθεωρήσεις τιμών

Κ. Μιτζάλης: Στα 2,8 δισ. ευρώ διαμορφώνεται το ανεκτέλεστο της ΑΒΑΞ – Οι νέες συμβάσεις των 700 εκατ. ευρώ

Σχετικά Άρθρα