Σε ένα πολυεπίπεδο αδιέξοδο, που αναδεικνύει σοβαρές αστοχίες σχεδιασμού και συντονισμού, έχει οδηγηθεί το Μεταφορικό Πάρκο Φυλής, ένα έργο που μέχρι πρότινος παρουσιαζόταν ως καθοριστικό για την αναδιάρθρωση της εφοδιαστικής αλυσίδας στην Αττική.
Η Πανελλήνια Ένωση Επιχειρήσεων Διαμεταφοράς (Π.Ε.Ε.Δ.), σε χθεσινή ανακοίνωσή της, εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για την έκβαση του διαγωνισμού, επιρρίπτοντας ευθύνες τόσο στο Υπερταμείο και την κυβέρνηση, όσο και στους εμπλεκόμενους δήμους, κάνοντας λόγο για μια διαδικασία που οδηγήθηκε σε πλήρη αποτυχία παρά το αρχικό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η εξέλιξη της 6ης Απριλίου 2026, όταν το Υπερταμείο ανακοίνωσε την άγονη ολοκλήρωση της διαδικασίας χωρίς την υποβολή ούτε μίας προσφοράς, ήρθε να επισφραγίσει μια πορεία που, αν και ξεκίνησε με ισχυρές προσδοκίες, κατέληξε σε πλήρη αποδόμηση. Το έργο είχε ήδη από το 2022 τεθεί σε τροχιά υλοποίησης, με τον Δήμο Φυλής να προχωρά σε συμφωνία με τη Μονάδα Συμβάσεων Στρατηγικής Σημασίας του τότε ΤΑΙΠΕΔ για τη μετεγκατάσταση των μεταφορικών επιχειρήσεων από τον Ελαιώνα. Δύο χρόνια αργότερα, το 2024, ενεργοποιήθηκε ο διεθνής διαγωνισμός για την ανάπτυξη του πάρκου σε μια έκταση περίπου 412.000 τετραγωνικών μέτρων, με σύμβαση παραχώρησης άνω των 35 ετών, ενώ το ενδιαφέρον της αγοράς φάνηκε αρχικά ισχυρό, καθώς πέντε επενδυτικά σχήματα εκδήλωσαν συμμετοχή.
Ωστόσο, από τα μέσα του 2025 και μετά, η εικόνα άρχισε να μεταβάλλεται. Παρά το γεγονός ότι δύο επενδυτικά σχήματα παρέμεναν ενεργά, η διαδικασία άρχισε να επιβραδύνεται, με αλλεπάλληλες καθυστερήσεις και ασαφή χρονοδιαγράμματα. Η πρόσκληση για την υποβολή δεσμευτικών προσφορών, που αναμενόταν να εκδοθεί ήδη από τον Ιανουάριο του 2026, καθυστέρησε τελικά μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου, αφήνοντας ένα στενό χρονικό περιθώριο έως την καταληκτική ημερομηνία της 6ης Απριλίου. Το αποτέλεσμα ήταν η πλήρης αποχή των επενδυτών, γεγονός που για τους φορείς του κλάδου δεν συνιστά έκπληξη αλλά αναμενόμενη κατάληξη μιας προβληματικής διαδικασίας.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται το Υπερταμείο, το οποίο κατηγορείται για ανεπαρκή διαχείριση ενός έργου που είχε ήδη συγκεντρώσει επενδυτικό ενδιαφέρον και είχε ωριμάσει σε επίπεδο σχεδιασμού. Όπως υποστηρίζεται, η αλληλουχία των καθυστερήσεων και η απουσία σταθερού πλαισίου υπονόμευσαν την αξιοπιστία του εγχειρήματος, οδηγώντας τελικά τους υποψήφιους επενδυτές σε αποχώρηση.
Την ίδια στιγμή, στο κάδρο των ευθυνών τοποθετείται και η τοπική αυτοδιοίκηση. Ο Δήμος Φυλής, που είχε αναδείξει το έργο ως βασικό αναπτυξιακό πυλώνα για την περιοχή και είχε επενδύσει πολιτικά στην υλοποίησή του, καλείται πλέον να απαντήσει για τη στάση του μετά το ναυάγιο του διαγωνισμού. Η κριτική που ασκείται είναι ότι δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλός παρατηρητής, δεδομένου ότι είχε ενεργό ρόλο τόσο στη θεσμική προώθηση όσο και στη δημόσια στήριξη της επένδυσης.
Αντίστοιχα, ευθύνες αποδίδονται και σε κυβερνητικό επίπεδο. Το έργο είχε χαρακτηριστεί ως κομβικής σημασίας για την αποσυμφόρηση του Βοτανικού και τη συνολική αναδιάταξη των μεταφορικών δραστηριοτήτων στην Αττική, ωστόσο, όπως επισημαίνεται, η πολιτική βούληση δεν συνοδεύτηκε από τις απαραίτητες παρεμβάσεις όταν η διαδικασία άρχισε να εκτροχιάζεται. Η απόσταση ανάμεσα στις δημόσιες δεσμεύσεις και το τελικό αποτέλεσμα καθιστά, κατά τους εκπροσώπους του κλάδου, την απραξία συνιστώσα συνευθύνης.
Ιδιαίτερη ένταση προκαλεί και η στάση του Δήμου Αθηναίων, σε μια παράλληλη εξέλιξη που επιβαρύνει περαιτέρω το κλίμα. Σύμφωνα με τις καταγγελίες, δρομολογούνται κατεδαφίσεις εγκαταστάσεων στον Βοτανικό, στην περιοχή γύρω από το υπό κατασκευή νέο γήπεδο του Παναθηναϊκού, χωρίς να έχει προηγηθεί έγγραφη ενημέρωση των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εκεί επί δεκαετίες. Πρόκειται για εταιρείες μεταφορών που κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς εγκαταστάσεις και χωρίς σαφές σχέδιο μετεγκατάστασης, γεγονός που δημιουργεί εύλογες ανησυχίες για λουκέτα και απώλεια θέσεων εργασίας.
Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον, το «πάγωμα» του Μεταφορικού Πάρκου Φυλής δημιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις ειδικά για τις επιχειρήσεις που παραμένουν στον Ελαιώνα. Πρόκειται για έναν χώρο που εδώ και δεκαετίες λειτουργεί ως άτυπο κέντρο μεταφορικών δραστηριοτήτων, αλλά χωρίς τις απαραίτητες υποδομές και με αυξανόμενες πιέσεις λόγω των αστικών αναπλάσεων.
Η μη υλοποίηση του έργου σημαίνει, καταρχάς, παράταση της λειτουργίας σε ένα καθεστώς πλήρους αβεβαιότητας. Οι επιχειρήσεις δεν γνωρίζουν αν και πότε θα κληθούν να μετακινηθούν, γεγονός που «παγώνει» κάθε επενδυτική πρωτοβουλία και υπονομεύει τον επιχειρηματικό σχεδιασμό. Την ίδια στιγμή, η απουσία οργανωμένου χώρου logistics συνεπάγεται αυξημένο λειτουργικό κόστος, χαμηλότερη αποδοτικότητα και απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Το πρόβλημα επιτείνεται από τις παρεμβάσεις στον Βοτανικό. Η προοπτική κατεδαφίσεων χωρίς οργανωμένη μετεγκατάσταση δημιουργεί τον κίνδυνο βίαιης εκτόπισης επιχειρήσεων, οι οποίες ενδέχεται να οδηγηθούν σε προσωρινές ή μόνιμες διακοπές λειτουργίας. Για πολλές μικρότερες εταιρείες, ένα τέτοιο ενδεχόμενο ισοδυναμεί με οικονομική ασφυξία, καθώς συνεπάγεται απώλεια πελατών, αύξηση κόστους και αδυναμία προσαρμογής σε νέα δεδομένα.
Παράλληλα, η διατήρηση της σημερινής κατάστασης σημαίνει ότι τα δομικά προβλήματα του Ελαιώνα παραμένουν άλυτα: κυκλοφοριακή συμφόρηση, δυσκολία πρόσβασης, περιβαλλοντική επιβάρυνση και περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης. Οι επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον που δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς logistics, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη βιωσιμότητά τους.
Οι συνέπειες του αδιεξόδου έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται και σε ευρύτερο επίπεδο, καθώς χάθηκε χρηματοδότηση ύψους 21 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ χιλιάδες φορτηγά εξακολουθούν να κινούνται καθημερινά στους βασικούς οδικούς άξονες της Αττικής, επιβαρύνοντας το κυκλοφοριακό και το περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν άμεσες απαντήσεις και, κυρίως, σαφές σχέδιο επανεκκίνησης. Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο ποιος ευθύνεται για το ναυάγιο του διαγωνισμού, αλλά αν υπάρχει η πολιτική και θεσμική βούληση να διασωθεί ένα έργο που θεωρείται κρίσιμο για την επιβίωση των επιχειρήσεων του Ελαιώνα και τη συνολική λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το Μεταφορικό Πάρκο Φυλής παραμένει, παρά το σημερινό αδιέξοδο, μια αναγκαία υποδομή. Όμως κάθε μήνας καθυστέρησης δεν επιβαρύνει απλώς το χρονοδιάγραμμα ενός έργου, αλλά διαμορφώνει συνθήκες ασφυξίας για έναν ολόκληρο κλάδο που βρίσκεται ήδη σε μεταβατική φάση.
Περισσότερες ειδήσεις
Υπερταμείο: Άγονη η διαδικασία για το Επιχειρηματικό Πάρκο Φυλής