Με την προσοχή στραμμένη στην αβεβαιότητα που υπαγορεύει το διεθνές περιβάλλον και οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, στις διακυμάνσεις στις τιμές ενέργειας και τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες που επηρεάζουν την παγκόσμια αεροπορική αγορά, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών επιχειρεί να χαράξει μια σταθερή πορεία ανάπτυξης, βασισμένη στη διεύρυνση του δικτύου του, στην ενίσχυση της κερδοφορίας και στο φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα επέκτασης, το οποίο έχει δρομολογήσει.
Αν και επί του παρόντος οι συνέπειες από το ρευστό γεωπολιτικό τοπίο είναι σχετικά περιορισμένες, όπως επεσήμανε ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΑΑ, Γιώργος Καλλιμασιάς στο πλαίσιο της ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας, όπου παρουσιάστηκαν οι επιδόσεις του 2025, οι προοπτικές για το 2026 και οι στρατηγικές παράμετροι που θα καθορίσουν την επόμενη φάση ανάπτυξης του αεροδρομίου της Αθήνας, η εγρήγορση της αεροπορικής κοινότητας παραμένει αυξημένη.
Σε αυτό το πλαίσιο η διοίκηση του αεροδρομίου αναφέρθηκε στις εξελίξεις στην αγορά καυσίμων και στις επιπτώσεις από τη μεταβλητότητα στη Μέση Ανατολή. Όπως επισημάνθηκε, οι τιμές του πετρελαίου και των αεροπορικών καυσίμων δεν επηρεάζουν άμεσα τα οικονομικά αποτελέσματα του αεροδρομίου, καθώς η προμήθεια καυσίμων αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των αεροπορικών εταιρειών, οι οποίες διαχειρίζονται και τον σχετικό κίνδυνο μέσω μηχανισμών hedging.
Ο κ. Καλλιμασιάς εξήγησε ότι ο ρόλος του ΔΑΑ περιορίζεται στη λειτουργία και ανάπτυξη των υποδομών ανεφοδιασμού, από τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης έως τον ανεφοδιασμό των αεροσκαφών και κατά συνέπεια οι διακυμάνσεις στην τιμή του πετρελαίου δεν έχουν άμεση επίπτωση στα οικονομικά μεγέθη της εταιρείας. Προσέθεσε ότι η Ελλάδα διαθέτει στρατηγικά αποθέματα καυσίμων τόσο στις εγκαταστάσεις του αεροδρομίου όσο και στα μεγάλα διυλιστήρια της χώρας έχοντας ταυτόχρονα και παραγωγική δυνατότητα αεροπορικών καυσίμων, μέσω της σχετικής επεξεργασίας αργού πετρελαίου από τις δύο μονάδες.
Ωστόσο, δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι μια ενδεχόμενη ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση στην αγορά καυσίμων θα είχε αναπόφευκτες έμμεσες επιπτώσεις, λόγω της διασύνδεσης των αγορών και των αλυσίδων εφοδιασμού, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως «δεν θα μείνουμε ανεπηρέαστοι».
Άλλωστε η Μέση Ανατολή παραμένει περιοχή ιδιαίτερης σημασίας για το αεροδρόμιο της Αθήνας, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 7,5% της συνολικής επιβατικής κίνησης. Η τρέχουσα κατάσταση έχει οδηγήσει σε μερική υποχώρηση της δραστηριότητας, καθώς εκτελείται περίπου το 50% των προγραμματισμένων πτήσεων από και προς την περιοχή. Παρά τη μείωση αυτή, πάντως, η διοίκηση υπογράμμισε ότι δεν καταγράφεται πλήρης απώλεια της αγοράς και ότι η επίδραση στα συνολικά μεγέθη παραμένει ελεγχόμενη, με προσδοκία σταδιακής ομαλοποίησης.
Σε επίπεδο στρατηγικής, ο κ. Καλλιμασιάς επανέλαβε ότι βασικός στόχος παραμένει η σταθερή ενίσχυση της αξίας του αεροδρομίου μέσα από την ανάπτυξη του δικτύου και την προσέλκυση νέων αγορών. Το 2025 αποτέλεσε έτος – ορόσημο, καθώς το αεροδρόμιο κατέγραψε ιστορικά υψηλά τόσο στην επιβατική κίνηση όσο και στη διασυνδεσιμότητα, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της Αθήνας στον ευρωπαϊκό αεροπορικό χάρτη.
Συγκεκριμένα, ο ΔΑΑ εξυπηρέτησε 164 προορισμούς σε 55 χώρες, μέσω 70 αεροπορικών εταιρειών, σημειώνοντας νέο ιστορικό ρεκόρ. Η επίδοση αυτή αντανακλά τόσο την ενίσχυση της τουριστικής ζήτησης για την Αθήνα όσο και τη στρατηγική συνεργασία με αεροπορικές εταιρείες για την ανάπτυξη νέων δρομολογίων. Παράλληλα, η Αθήνα κατέγραψε εντυπωσιακή άνοδο στη διεθνή κατάταξη διασυνδεσιμότητας, ανεβαίνοντας από την 21η θέση το 2019, στη 2η θέση το 2025 και κατατασσόμενη μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αεροδρομίων.
Στο χρηματοοικονομικό πεδίο, η διοίκηση παρουσίασε ένα μεικτό αποτέλεσμα για το 2025. Η συνολική επιβατική κίνηση ανήλθε σε 34 εκατομμύρια επιβάτες, αυξημένη κατά 6,7% σε ετήσια βάση, ενώ τα συνολικά έσοδα διαμορφώθηκαν στα 675,6 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 1,5%. Ωστόσο, η κερδοφορία παρουσίασε κάμψη, με τα EBITDA να ανέρχονται σε 409,9 εκατ. ευρώ (-6,8%) και τα καθαρά κέρδη να διαμορφώνονται σε 207,3 εκατ. ευρώ (-12,1%).
Η υποχώρηση αυτή αποδίδεται κυρίως στο ρυθμιστικό πλαίσιο των αεροπορικών δραστηριοτήτων, στην εξάντληση του μεταφερόμενου ποσού εσόδων από προηγούμενες χρήσεις – κυρίως της περιόδου της πανδημίας – καθώς και στην αύξηση των λειτουργικών εξόδων. Στον αντίποδα, οι μη αεροπορικές δραστηριότητες συνέχισαν να παρουσιάζουν ανθεκτικότητα, χωρίς περιορισμούς από ρυθμιστικά πλαφόν απόδοσης, σε αντίθεση με τις αεροπορικές δραστηριότητες όπου το ανώτατο όριο απόδοσης έχει τεθεί στο 15% επί του κεφαλαίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον φαίνεται να συγκεντρώνει και το πρόγραμμα επανεπένδυσης μερίσματος (scrip dividend). Σύμφωνα με τη διοίκηση, ήδη καταγράφονται θετικές προθέσεις συμμετοχής από βασικούς μετόχους, όπως η AviAlliance και το Υπερταμείο, γεγονός που ενισχύει την ορατότητα για την επιτυχία του προγράμματος. Οι τελικοί όροι, οι οποίοι αναμένεται να είναι αντίστοιχοι των περσινών (3%), θα οριστικοποιηθούν από το Διοικητικό Συμβούλιο σήμερα Πέμπτη (16/4).
Το πρόγραμμα αναμένεται να ανακοινωθεί στις 4 Μαΐου, ενώ η περίοδος επιλογής θα ολοκληρωθεί στις 7 Μαΐου. Το ποσό που θα επιλεγεί να επανεπενδυθεί θα ενισχύσει το κεφάλαιο των αεροπορικών δραστηριοτήτων, επηρεάζοντας άμεσα τη μελλοντική κεφαλαιακή διάρθρωση και τη μετοχική βάση της εταιρείας.
Οι πληθωριστικές πιέσεις που υπαγορεύονται από τις διεθνείς εξελίξεις εκτιμάται ότι θα φέρουν και αναπροσαρμογή του κόστους προς τα πάνω του προγράμματος επέκτασης του αεροδρομίου, το οποίο έχει εισέλθει σε τροχιά υλοποίησης έχοντας προϋπολογισμό περίπου 1,3 δισ. ευρώ σε τιμές 2024. Η διοίκηση ωστόσο διευκρίνισε ότι το τελικό κόστος θα επηρεαστεί από τις πληθωριστικές πιέσεις και τις συνθήκες της αγοράς κατά τη φάση υποβολής προσφορών για τα κύρια έργα. Παράλληλα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται στη σύμβαση παραχώρησης, δεν αποκλείεται η ανάγκη για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στις αεροπορικές δραστηριότητες.
Υπενθυμίζεται ότι η διαγωνιστική διαδικασία για την επέκταση του κύριου αεροσταθμού και του δορυφορικού αεροσταθμού βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, με την ανάθεση του έργου να αναμένεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Σε επίπεδο μεσοπρόθεσμης στρατηγικής, στόχος της εταιρείας παραμένει η εξυπηρέτηση έως 40 εκατομμυρίων επιβατών ετησίως έως το 2032, στη βάση της συνεχούς ενίσχυσης της ζήτησης και της επέκτασης της χωρητικότητας. Η διοίκηση εκτιμά ότι η ανάπτυξη αυτή θα συνοδευτεί από σταθερή, αν και πιο συγκρατημένη, αύξηση εσόδων ανά επιβάτη προς το τέλος της δεκαετίας.
Συγκεκριμένα ο κ. Καλλιμασιάς ανέφερε ότι στα έσοδα στάθμευσης υπολογίζεται σημαντική αύξηση μετά την ολοκλήρωση του πολυώροφου πάρκινγκ, ενώ γενικά εκτιμάται ότι για δύο συναπτά έτη θα καταγραφεί μια αύξηση στο έσοδο ανά επιβάτη σε υψηλό μονοψήφιο ποσοστό. Περισσότερο θα αργήσουν να φανούν οι βελτιώσεις στα έσοδα όσον αφορά το τέρμιναλ δεδομένου ότι οι αντίστοιχες κατασκευές και προσθήκες εμπορικών χώρων θα αρχίσουν να αποδίδουν προς το τέλος της δεκαετίας.
Ο κ. Καλλιμασιάς υπενθύμισε επίσης ότι έως το 2040 προβλέπεται από το ελληνικό Δημόσιο η προκήρυξη νέου διαγωνισμού για τη σύμβαση παραχώρησης του αεροδρομίου, με τον ΔΑΑ να διατηρεί δικαίωμα συμμετοχής και matching rights, κάτι που δίνει τη δυνατότητα στον σημερινό (και αρχικό) παραχωρησιούχο να «ισοφαρίσει» την καλύτερη προσφορά εφόσον το επιθυμεί.
Περισσότερες ειδήσεις
Επιπλέον κεφάλαια για τη χρηματοδότηση του έργου επέκτασης των υποδομών του αναζητά ο ΔΑΑ
Κατασκευαστικός εγγυητής των μεγάλων έργων της Κρήτης η ΤΕΡΝΑ