Ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά εκατοντάδες έργα σε όλη τη χώρα φέρνει στην επιφάνεια η αντίστροφη μέτρηση για το κλείσιμο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας με την Τοπική Αυτοδιοίκηση να ζητά απαντήσεις για το τι θα συμβεί με όσα δεν καταφέρουν να ολοκληρωθούν έως την εκπνοή των ευρωπαϊκών προθεσμιών.
Το πρόβλημα απασχολεί πλέον ανοιχτά και την κυβέρνηση, καθώς φαίνεται να πληθαίνουν οι περιπτώσεις έργων που, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, δεν θα είναι δυνατόν να παραδοθούν εγκαίρως. Σε ό,τι αφορά τους δήμους, πρόκειται κυρίως για αναπλάσεις, παρεμβάσεις σε αστικές υποδομές, έργα ψηφιακού εκσυγχρονισμού και δημοτικές κατασκευές που χρηματοδοτήθηκαν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης κυρίως από τρία υπουργεία: Εσωτερικών, Περιβάλλοντος – Ενέργειας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Οι δήμοι ζητούν να εξασφαλιστεί ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν θα εγκαταλειφθούν στη μέση αφήνοντας τις πόλεις τους μισοσκαμμένες, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, Λάζαρος Κυρίζογλου. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις οι καθυστερήσεις δεν οφείλονται σε αδράνεια των τοπικών αρχών αλλά σε αντικειμενικές δυσκολίες που ανέκυψαν κατά την υλοποίηση. Δικαστικές προσφυγές, ενστάσεις σε διαγωνισμούς, χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης και μεταγενέστερη ένταξη έργων στο πρόγραμμα περιόρισαν σημαντικά τον διαθέσιμο χρόνο εκτέλεσης.
Το θέμα έθεσε με έμφαση ο κ. Κυρίζογλου κατά τη διάρκεια της χθεσινής (25/6) συνεδρίασης της Ένωσης, επισημαίνοντας ότι πολλοί δήμοι βρέθηκαν να υλοποιούν έργα τα οποία εντάχθηκαν σε δεύτερο ή και τρίτο κύκλο του Ταμείου Ανάκαμψης, γεγονός που τους στέρησε πολύτιμους μήνες προετοιμασίας και κατασκευής.
Όπως ανέφερε ενώπιον του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρη Παπαστεργίου, ο οποίος παρακολουθούσε τη συνεδρίαση, η ΚΕΔΕ έχει ήδη αποστείλει επιστολές προς τα συναρμόδια υπουργεία, ενώ έχει ενημερωθεί και το Μέγαρο Μαξίμου. Το βασικό αίτημα είναι να διασφαλιστεί η συνέχιση των χρηματοδοτήσεων για όσα έργα βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, ώστε να ολοκληρωθούν χωρίς να χαθούν οι επενδύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.
Στελέχη της αυτοδιοίκησης υποστηρίζουν ότι η εγκατάλειψη έργων που έχουν εκτελεστεί κατά μεγάλο ποσοστό θα δημιουργούσε παράδοξες καταστάσεις, καθώς η διακοπή τους θα άφηνε εργοτάξια ανοικτά και πολίτες αντιμέτωπους με σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητά τους.
Όπως προέκυψε από την τοποθέτηση του κ. Παπαστεργίου, το σενάριο που ήδη συζητείται είναι η μεταφορά των έργων που δεν θα ολοκληρωθούν εντός του Ταμείου Ανάκαμψης σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία και κυρίως στο ΕΣΠΑ, ή και στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, που αυτό είναι εφικτό.
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει περιθώριο παράτασης των ευρωπαϊκών προθεσμιών επιβεβαίωσε και ο κ. Παπαστεργίου, αναφέροντας μάλιστα ότι ο αγώνας δρόμου προκειμένου να τελειώσουν τα έργα δεν περιορίζεται στους δήμους αλλά αγγίζει το σύνολο του κρατικού μηχανισμού.
Ο ίδιος αποκάλυψε ότι μόνο στο υπουργείο του «τρέχουν» έργα ύψους 2,7 δισ. ευρώ με εξαιρετικά πιεστικά χρονοδιαγράμματα, ενώ περίπου 500 εκατ. ευρώ αφορούν δράσεις που σχετίζονται άμεσα με την αυτοδιοίκηση. Στα υπό εξέλιξη έργα συγκαταλέγονται παρεμβάσεις που σχετίζονται με την Υγεία, τη Δικαιοσύνη, την Πολιτική Προστασία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό δημοσίων υπηρεσιών.
Παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος, πάντως, η κυβέρνηση φαίνεται ότι αναζητά εναλλακτικές λύσεις χρηματοδότησης για όσα έργα μείνουν εκτός χρονοδιαγράμματος. Σύμφωνα με τον υπουργό, έχουν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις με το οικονομικό επιτελείο και τον αναπληρωτή υπουργό Νίκο Παπαθανάση για το ποια έργα μπορούν να μεταφερθούν σε άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε να μη χαθεί η πρόοδος που έχει επιτευχθεί.
Ο Δημήτρης Παπαστεργίου ανέφερε ότι εξετάζεται αναλυτικά τι μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τα προγράμματα του ΕΣΠΑ, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και το ενδεχόμενο υπερδέσμευσης πόρων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ολοκλήρωση ώριμων παρεμβάσεων. «Πρέπει να δούμε τι μπορεί να σηκώσει το ΕΣΠΑ και πώς θα πάμε σε υπερδεσμεύσεις, γιατί δεν τα έχουμε όλα τα έργα και το ξέρετε», σημείωσε χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα χρειαστούν δύσκολες αποφάσεις για την ιεράρχηση των έργων που θα συνεχιστούν μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης. Υπογράμμισε επίσης πως η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο κομμάτι του Ταμείου Ανάκαμψης σε σχέση με το μέγεθός της.
Την ίδια ώρα, προβληματισμός επικρατεί και στον τεχνικό κόσμο. Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τεχνικών Εταιρειών (ΣΑΤΕ) παρενέβη δημόσια με επιστολή προς τη Βουλή και τα αρμόδια υπουργεία, εκφράζοντας ενστάσεις για τη νέα διάταξη που προώθησε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Υπενθυμίζεται ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση αποσκοπεί στην επιτάχυνση μεγάλων έργων του Ταμείου Ανάκαμψης επιτρέποντας τη συντόμευση προθεσμιών και την καταβολή πρόσθετων αποζημιώσεων στους αναδόχους όταν απαιτούνται έκτακτα μέτρα για να τηρηθούν τα ορόσημα του προγράμματος.
Ωστόσο, η διάταξη αφορά αποκλειστικά συμβάσεις άνω των 100 εκατ. ευρώ. Κατά τον ΣΑΤΕ, η επιλογή αυτή δημιουργεί δύο ταχύτητες έργων, καθώς εκτός του πλαισίου μένουν εκατοντάδες μικρότερες παρεμβάσεις που υλοποιούνται από μικρομεσαίες εργοληπτικές επιχειρήσεις σε όλη την Ελλάδα. Να σημειωθεί μάλιστα ότι πολλές εξ αυτών των παρεμβάσεων αφορούν δήμους.
Οι εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν να επεκταθούν οι προβλέψεις της ρύθμισης σε όλα τα έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, ανεξαρτήτως προϋπολογισμού. Υποστηρίζουν ότι οι πιέσεις των χρονοδιαγραμμάτων και οι αυξημένες δαπάνες κατασκευής δεν αφορούν μόνο τα μεγάλα έργα αλλά το σύνολο της αγοράς.
Στο αίτημα αυτό προστέθηκε και κοινοβουλευτική παρέμβαση του κυβερνητικού βουλευτή Ηρακλείου Λευτέρη Αυγενάκη, ο οποίος κάλεσε τους αρμόδιους να εξετάσουν την καθολική εφαρμογή των μέτρων επιτάχυνσης και αποζημίωσης.
Μένει πλέον να φανεί εάν η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε ανάλογες «διορθώσεις» και για μικρότερα έργα, καθώς αποτελεί έναν καθοριστικό παράγοντα που θα κρίνει εάν οι ημιτελείς παρεμβάσεις θα βρουν νέα χρηματοδοτική «στέγη» ή αν ορισμένες από αυτές θα μετατραπούν σε ένα από τα πιο δύσκολα εκκρεμή κεφάλαια της… μετά Ταμείου Ανάκαμψης εποχής.
Περισσότερες ειδήσεις