Οι διαδικτυακές απάτες γίνονται ολοένα πιο πειστικές: ψεύτικα ηλεκτρονικά καταστήματα, ανύπαρκτα καταλύματα, προϊόντα-απομιμήσεις και απατηλές αγγελίες μπορούν πλέον να στηθούν με επαγγελματική εμφάνιση, δυσκολεύοντας τις online αγορές, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη κάνει ακόμη ευκολότερη τη δημιουργία πειστικών κειμένων, εικόνων και μηνυμάτων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι οι χρήστες στην ΕΕ έχουν στη διάθεσή τους ένα εργαλείο που συχνά περνά απαρατήρητο: τον μηχανισμό ειδοποίησης και δράσης του Digital Services Act (DSA), μέσω του οποίου μπορούν να επισημαίνουν στις πλατφόρμες παράνομο περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών και οικονομικών απατών.
Και υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά από το συνηθισμένο «Report»: όταν η αναφορά υποβάλλεται μέσω του επίσημου μηχανισμού του DSA, ενεργοποιούνται συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την πλατφόρμα.
Το πρώτο και πιο γνώριμο προειδοποιητικό σημάδι είναι η προσφορά που μοιάζει υπερβολικά καλή για να είναι αληθινή.
Ένα προϊόν που έχει εξαντληθεί παντού αλλά εμφανίζεται ξαφνικά σε άγνωστο κατάστημα με τεράστια έκπτωση, μια «επώνυμη» τσάντα σε κλάσμα της πραγματικής τιμής ή ένα κατάλυμα σε τουριστικό προορισμό πολύ φθηνότερο από οτιδήποτε άλλο στην περιοχή είναι λόγοι για έλεγχο πριν από την πληρωμή, όχι για βιαστική αγορά.
Μεταξύ των συνηθέστερων μορφών απάτης που επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκονται τα ψεύτικα ηλεκτρονικά καταστήματα, όπου το προϊόν δεν αποστέλλεται ποτέ, οι απομιμήσεις προϊόντων και οι απάτες με ενοικιάσεις ή τουριστικά καταλύματα που είτε δεν υπάρχουν είτε δεν ανήκουν στον υποτιθέμενο εκμισθωτή.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και όταν ο πωλητής δημιουργεί τεχνητή πίεση χρόνου: «μόνο για τα επόμενα 10 λεπτά», «τελευταίο τεμάχιο», «πλήρωσε τώρα για να μη χαθεί η κράτηση».

Πριν από μια αγορά αξίζει να ελέγχονται η πραγματική επωνυμία του πωλητή, τα στοιχεία επικοινωνίας, η φυσική διεύθυνση όπου αυτή θα έπρεπε να υπάρχει και η ακριβής ηλεκτρονική διεύθυνση του ιστοτόπου.
Χρειάζεται επίσης μια σημαντική διευκρίνιση: το HTTPS και το εικονίδιο του λουκέτου δεν αποτελούν πιστοποιητικό εντιμότητας ενός καταστήματος. Δείχνουν ότι η σύνδεση με τον ιστότοπο είναι κρυπτογραφημένη. Ένας απατεώνας μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιεί επίσης HTTPS.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνιστά επιπλέον τη χρήση αξιόπιστων μεθόδων πληρωμής και πρόσθετων συστημάτων ταυτοποίησης, καθώς και επιπλέον έλεγχο ενός άγνωστου καταστήματος πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
Ο μηχανισμός notice and action του DSA πρέπει να παρέχεται από τις διαδικτυακές πλατφόρμες στην ΕΕ και να επιτρέπει στους χρήστες να αναφέρουν περιεχόμενο που θεωρούν παράνομο.
Δεν χρειάζεται μάλιστα ο χρήστης να έχει μετατραπεί σε… ψηφιακό ντετέκτιβ ούτε να είναι απολύτως βέβαιος ότι πρόκειται για απάτη προτού κάνει αναφορά.
Το ουσιαστικό είναι να δώσει όσο το δυνατόν σαφέστερες πληροφορίες για το περιεχόμενο ή την αγγελία που θεωρεί προβληματική.
Μετά την υποβολή της αναφοράς, η πλατφόρμα οφείλει να εξετάσει την ειδοποίηση και να ενημερώσει τον χρήστη για την απόφασή της. Ο DSA προβλέπει επίσης δυνατότητα αμφισβήτησης ορισμένων αποφάσεων μέσω του εσωτερικού συστήματος παραπόνων της πλατφόρμας και, υπό προϋποθέσεις, προσφυγής σε πιστοποιημένο φορέα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.
Οι φορείς αυτοί προσφέρουν μια εναλλακτική στη δικαστική οδό. Για τον χρήστη η διαδικασία είναι συνήθως δωρεάν ή χαμηλού κόστους, ανάλογα με τον φορέα και την υπόθεση.
Ο μηχανισμός του DSA μπορεί να εμφανίζεται με ονομασίες όπως «Report illegal content», «DSA notice & action», «Digital Services Act» ή αντίστοιχη επιλογή για αναφορά παράνομου περιεχομένου.
Δεν είναι απαραίτητα το ίδιο με το γενικό κουμπί αναφοράς που χρησιμοποιείται, για παράδειγμα, όταν ένα περιεχόμενο παραβιάζει απλώς τους εσωτερικούς κανόνες μιας πλατφόρμας.
Η διάκριση έχει σημασία, επειδή η αναφορά βάσει του DSA συνδέεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανονισμός. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει άλλωστε ήδη εξετάσει κατά πόσο οι σχετικοί μηχανισμοί μεγάλων πλατφορμών είναι επαρκώς προσβάσιμοι και εύχρηστοι.
Στην Ελλάδα, Συντονιστής Ψηφιακών Υπηρεσιών είναι η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), η οποία είναι αρμόδια μεταξύ άλλων για τη διαχείριση καταγγελιών χρηστών σχετικά με πιθανές παραβάσεις του DSA.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε περίπτωση ηλεκτρονικής απάτης καταγγέλλεται απλώς στην ΕΕΤΤ.
Η ίδια η Αρχή διευκρινίζει ότι δεν αποφαίνεται εάν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο είναι παράνομο, δεν επιδικάζει αποζημιώσεις και δεν είναι αρμόδια για την επίλυση μιας διαφοράς αγοράς από ηλεκτρονικό κατάστημα. Για ζητήματα προστασίας καταναλωτή στο ηλεκτρονικό εμπόριο αρμόδιες είναι οι αντίστοιχες καταναλωτικές αρχές, ενώ για αξιόποινες πράξεις μέσω Διαδικτύου αρμόδια είναι η Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και οι εισαγγελικές αρχές.
Με απλά λόγια: αν το πρόβλημα είναι ότι η πλατφόρμα δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της βάσει DSA, υπάρχει η ΕΕΤΤ. Αν το πρόβλημα είναι η ίδια η απάτη ή η οικονομική ζημιά, χρειάζονται και οι αρμόδιοι φορείς για την απάτη.
Αν έχουν ήδη δοθεί χρήματα ή στοιχεία πληρωμής, η αναφορά στην πλατφόρμα δεν αρκεί και, κυρίως, δεν αποτελεί μηχανισμό επιστροφής χρημάτων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συστήνει ως πρώτο βήμα την άμεση επικοινωνία με την τράπεζα ή τον πάροχο πληρωμών, ώστε να εξεταστεί εάν μπορεί να σταματήσει ή να αμφισβητηθεί η συναλλαγή και να ασφαλιστούν λογαριασμοί και κάρτες. Στη συνέχεια η απάτη πρέπει να αναφερθεί στις αρμόδιες αρχές και στην πλατφόρμα όπου εμφανίστηκε. Σε διασυνοριακά προβλήματα αγορών στην ΕΕ μπορεί επίσης να βοηθήσει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή.
Χρήσιμο είναι να διατηρούνται στιγμιότυπα οθόνης, ηλεκτρονικά μηνύματα, αποδείξεις πληρωμής, το ακριβές URL, στοιχεία του λογαριασμού ή της αγγελίας και κάθε επικοινωνία με τον πωλητή. Αν η ιστοσελίδα ή το προφίλ εξαφανιστεί αργότερα, αυτά μπορεί να είναι τα μόνα στοιχεία που θα έχουν απομείνει.
Περισσότερες ειδήσεις
Online αγορές χωρίς… δίχτυ ασφαλείας – Το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι καταναλωτές