MENU

ΕΣΑ: Χαμηλότερος τζίρος για 7 στις 10 επιχειρήσεις παρά τις μεγάλες εκπτώσεις – Πρώτη απειλή το λειτουργικό κόστος

Οι συνεχείς προσφορές άλλαξαν τις συνήθειες των καταναλωτών και όξυναν την πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις - «Κερδισμένες οι αλυσίδες και οι πλατφόρμες» λέει το 93,4%

Με υψηλά ποσοστά εκπτώσεων στις βιτρίνες αλλά χαμηλότερες εισπράξεις στα ταμεία κινήθηκε η φετινή θερινή περίοδος για τη μεγάλη πλειονότητα των μικρομεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων της Αθήνας.

Στην έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 409 επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, το 71,3% δηλώνει ότι ο τζίρος του είναι χειρότερος από την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Αντίθετα, βελτίωση αναφέρει μόλις το 5,5%, ενώ το 22,6% καταγράφει σταθερή εικόνα.

Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν τις απαντήσεις των επιχειρηματιών και όχι επίσημα φορολογικά ή διοικητικά στοιχεία για τον συνολικό τζίρο της αγοράς.

Η μεγαλύτερη ομάδα καταγράφει πτώση από 11% έως 25%

Από το σύνολο των ερωτηθέντων, το 36,2% δηλώνει ότι οι πωλήσεις του υποχώρησαν κατά 11% έως 25% σε ετήσια βάση. Πτώση έως 10% αναφέρει το 27,3%, ενώ για το 7,8% η μείωση κυμαίνεται μεταξύ 26% και 50%.

Στον αντίποδα, το 3,4% δηλώνει αύξηση έως 10%, το 1,6% βελτίωση από 11% έως 25% και μόλις το 0,5% άνοδο μεταξύ 26% και 50%.

Στο δείγμα της έρευνας κυριαρχούν οι επιχειρήσεις ένδυσης και αξεσουάρ, με ποσοστό 46%, και ακολουθούν τα καταστήματα υπόδησης με 11%. Το 35,2% των επιχειρήσεων βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και το 36,3% στις περιφερειακές αγορές του Δήμου Αθηναίων.

Οι συνεχείς προσφορές αποδυνάμωσαν τις εκπτώσεις

Πέρα από τη μείωση των πωλήσεων, η έρευνα καταγράφει ευρεία απόρριψη του σημερινού πλαισίου των προσφορών. Συνολικά το 94% εκτιμά ότι η δυνατότητα πραγματοποίησης προσφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έχει μειώσει σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό την εμπορική αξία των θεσμοθετημένων εκπτώσεων.

Παράλληλα, το 95% θεωρεί ότι μετά την απελευθέρωση των προσφορών οι περίοδοι των τακτικών εκπτώσεων έγιναν λιγότερο αποτελεσματικές. Ειδικότερα, το 71,8% τις χαρακτηρίζει «πολύ λιγότερο αποτελεσματικές» και το 23,2% «λιγότερο αποτελεσματικές».

Αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς διαπιστώνει το 81,3% των ερωτηθέντων, εκτιμώντας ότι οι καταναλωτές έχουν πάψει να περιμένουν τις επίσημες εκπτώσεις, καθώς βρίσκουν προσφορές σε όλη τη διάρκεια του έτους.

Ποιοι κέρδισαν από το νέο καθεστώς

Ιδιαίτερα καθαρή είναι η εικόνα στις απαντήσεις για τους ωφελημένους από τις συνεχείς προσφορές. Το 93,4% θεωρεί ότι ευνοήθηκαν κυρίως οι μεγάλες αλυσίδες, οι πολυεθνικές και οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Μόλις το 5,7% απαντά ότι ωφελήθηκαν εξίσου όλες οι επιχειρήσεις, ενώ καμία επιχείρηση του δείγματος δεν επέλεξε ως βασικούς ωφελημένους τους μικρομεσαίους.

Αντίστοιχα, το 58,2% κρίνει ότι το ισχύον πλαίσιο λειτουργεί σε βάρος των μικρομεσαίων και το 40,4% ότι λειτουργεί υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. Μόλις το 0,6% θεωρεί ότι υπηρετεί τον υγιή ανταγωνισμό.

Το 98% ζητά αυστηρότερους κανόνες

Η επαναφορά αυστηρότερων κανόνων στις προσφορές, μέσω τροποποίησης του νόμου 4965/2022, θα μπορούσε να επαναφέρει το ενδιαφέρον για τις θεσμοθετημένες εκπτώσεις, σύμφωνα με το 98% των ερωτηθέντων. Από αυτούς, το 72,7% απαντά «σίγουρα ναι» και το 25,3% «μάλλον ναι».

Ως σημαντικότερη παρέμβαση, το 72,4% προκρίνει την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου και τη θέσπιση αυστηρότερων κανόνων. Το 26,3% δίνει προτεραιότητα στον περιορισμό των αθέμιτων πρακτικών από ηλεκτρονικές πλατφόρμες.

Πρώτο πρόβλημα το λειτουργικό κόστος

Η αύξηση του λειτουργικού κόστους αποτελεί τη σημαντικότερη δυσκολία για το 39,7% των επιχειρήσεων. Ακολουθούν:

  • η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών με 17,7%
  • ο ανταγωνισμός από τις μεγάλες αλυσίδες με 13,8%
  • ο ανταγωνισμός από τις διεθνείς ηλεκτρονικές πλατφόρμες με 12,2%
  • οι υψηλές ασφαλιστικές εισφορές και οι τραπεζικές χρεώσεις με 8,4%
  • η έλλειψη ρευστότητας με 8%

Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγγάρης, σημειώνει ότι «οι εκπτώσεις ήταν και πρέπει να παραμείνουν το τελευταίο εργαλείο ρευστοποίησης των αποθεμάτων της σεζόν».

Παράλληλα, συνδέει την ασθενέστερη κατανάλωση με την ακρίβεια και το στεγαστικό κόστος, ενώ προειδοποιεί ότι χωρίς παρέμβαση ένα σημαντικό μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στις περιφερειακές αγορές, ενδέχεται να μην μπορέσει να επιβιώσει μέσα στα επόμενα δύο έως τρία χρόνια.

Περισσότερες ειδήσεις

Το υψηλό ενεργειακό κόστος και η έλλειψη εργατικού δυναμικού «γονατίζουν» τις ελληνικές βιοτεχνίες

Δεν μαγειρεύουν γιατί… δεν προλαβαίνουν – Τι δείχνει η νέα έρευνα για τα ελληνικά νοικοκυριά

Η υγιεινή διατροφή γίνεται… πολυτέλεια – Τα σοκαριστικά στοιχεία του ΟΗΕ

Σχετικά Άρθρα