Με υψηλά ποσοστά εκπτώσεων στις βιτρίνες αλλά χαμηλότερες εισπράξεις στα ταμεία κινήθηκε η φετινή θερινή περίοδος για τη μεγάλη πλειονότητα των μικρομεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων της Αθήνας.
Στην έρευνα του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 409 επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, το 71,3% δηλώνει ότι ο τζίρος του είναι χειρότερος από την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Αντίθετα, βελτίωση αναφέρει μόλις το 5,5%, ενώ το 22,6% καταγράφει σταθερή εικόνα.

Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν τις απαντήσεις των επιχειρηματιών και όχι επίσημα φορολογικά ή διοικητικά στοιχεία για τον συνολικό τζίρο της αγοράς.
Από το σύνολο των ερωτηθέντων, το 36,2% δηλώνει ότι οι πωλήσεις του υποχώρησαν κατά 11% έως 25% σε ετήσια βάση. Πτώση έως 10% αναφέρει το 27,3%, ενώ για το 7,8% η μείωση κυμαίνεται μεταξύ 26% και 50%.
Στον αντίποδα, το 3,4% δηλώνει αύξηση έως 10%, το 1,6% βελτίωση από 11% έως 25% και μόλις το 0,5% άνοδο μεταξύ 26% και 50%.

Στο δείγμα της έρευνας κυριαρχούν οι επιχειρήσεις ένδυσης και αξεσουάρ, με ποσοστό 46%, και ακολουθούν τα καταστήματα υπόδησης με 11%. Το 35,2% των επιχειρήσεων βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας και το 36,3% στις περιφερειακές αγορές του Δήμου Αθηναίων.
Πέρα από τη μείωση των πωλήσεων, η έρευνα καταγράφει ευρεία απόρριψη του σημερινού πλαισίου των προσφορών. Συνολικά το 94% εκτιμά ότι η δυνατότητα πραγματοποίησης προσφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έχει μειώσει σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό την εμπορική αξία των θεσμοθετημένων εκπτώσεων.

Παράλληλα, το 95% θεωρεί ότι μετά την απελευθέρωση των προσφορών οι περίοδοι των τακτικών εκπτώσεων έγιναν λιγότερο αποτελεσματικές. Ειδικότερα, το 71,8% τις χαρακτηρίζει «πολύ λιγότερο αποτελεσματικές» και το 23,2% «λιγότερο αποτελεσματικές».
Αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς διαπιστώνει το 81,3% των ερωτηθέντων, εκτιμώντας ότι οι καταναλωτές έχουν πάψει να περιμένουν τις επίσημες εκπτώσεις, καθώς βρίσκουν προσφορές σε όλη τη διάρκεια του έτους.
Ιδιαίτερα καθαρή είναι η εικόνα στις απαντήσεις για τους ωφελημένους από τις συνεχείς προσφορές. Το 93,4% θεωρεί ότι ευνοήθηκαν κυρίως οι μεγάλες αλυσίδες, οι πολυεθνικές και οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Μόλις το 5,7% απαντά ότι ωφελήθηκαν εξίσου όλες οι επιχειρήσεις, ενώ καμία επιχείρηση του δείγματος δεν επέλεξε ως βασικούς ωφελημένους τους μικρομεσαίους.
Αντίστοιχα, το 58,2% κρίνει ότι το ισχύον πλαίσιο λειτουργεί σε βάρος των μικρομεσαίων και το 40,4% ότι λειτουργεί υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων. Μόλις το 0,6% θεωρεί ότι υπηρετεί τον υγιή ανταγωνισμό.
Η επαναφορά αυστηρότερων κανόνων στις προσφορές, μέσω τροποποίησης του νόμου 4965/2022, θα μπορούσε να επαναφέρει το ενδιαφέρον για τις θεσμοθετημένες εκπτώσεις, σύμφωνα με το 98% των ερωτηθέντων. Από αυτούς, το 72,7% απαντά «σίγουρα ναι» και το 25,3% «μάλλον ναι».
Ως σημαντικότερη παρέμβαση, το 72,4% προκρίνει την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου και τη θέσπιση αυστηρότερων κανόνων. Το 26,3% δίνει προτεραιότητα στον περιορισμό των αθέμιτων πρακτικών από ηλεκτρονικές πλατφόρμες.
Η αύξηση του λειτουργικού κόστους αποτελεί τη σημαντικότερη δυσκολία για το 39,7% των επιχειρήσεων. Ακολουθούν:

Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Θάνος Τσαγγάρης, σημειώνει ότι «οι εκπτώσεις ήταν και πρέπει να παραμείνουν το τελευταίο εργαλείο ρευστοποίησης των αποθεμάτων της σεζόν».
Παράλληλα, συνδέει την ασθενέστερη κατανάλωση με την ακρίβεια και το στεγαστικό κόστος, ενώ προειδοποιεί ότι χωρίς παρέμβαση ένα σημαντικό μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στις περιφερειακές αγορές, ενδέχεται να μην μπορέσει να επιβιώσει μέσα στα επόμενα δύο έως τρία χρόνια.
Περισσότερες ειδήσεις
Το υψηλό ενεργειακό κόστος και η έλλειψη εργατικού δυναμικού «γονατίζουν» τις ελληνικές βιοτεχνίες
Δεν μαγειρεύουν γιατί… δεν προλαβαίνουν – Τι δείχνει η νέα έρευνα για τα ελληνικά νοικοκυριά
Η υγιεινή διατροφή γίνεται… πολυτέλεια – Τα σοκαριστικά στοιχεία του ΟΗΕ