Υπάρχει μία φράση που όλοι ενδεχομένως έχουμε κάποια στιγμή ακούσει σε συζητήσεις για οικογενειακές περιουσίες: «Όταν φύγω εγώ, ας τα βρουν τα παιδιά»
Είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης, κανείς να μην θέλει εύκολα να καθίσει στο τραπέζι και να συζητήσει τι θα γίνει με την περιουσία του μετά τον θάνατό του. Μόνο που στην πράξη αυτή η αναβολή μπορεί να κοστίσει πολύ.
Ένα σπίτι που αποκτήθηκε με κόπο σαράντα ετών μπορεί να παραμείνει άλλα είκοσι χρόνια εξ αδιαιρέτου. Μία επιχείρηση που συντηρούσε μία οικογένεια μπορεί να περάσει σε ανθρώπους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να τη λειτουργήσουν. Και μία παλιά διαθήκη, γραμμένη όταν οι οικογενειακές σχέσεις ήταν εντελώς διαφορετικές, μπορεί να εξακολουθεί να καθορίζει μία περιουσία εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ.
Από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026, πολλά από όσα θεωρούσαμε μέχρι σήμερα δεδομένα αλλάζουν. Ο Ν. 5303/2026 δεν είναι απλώς μία ακόμη τροποποίηση του Αστικού Κώδικα. Αλλάζει σε σημαντικό βαθμό τη λογική του ελληνικού κληρονομικού δικαίου.
Και κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η πραγματικά μεγάλη είδηση:
η κληρονομιά μπορεί πλέον, πολύ περισσότερο από πριν, να οργανώνεται όσο όλοι βρίσκονται ακόμη στο ίδιο τραπέζι.
Αν υπάρχει μία λέξη που προκαλεί σχεδόν αυτόματο άγχος όταν ανοίγει μία κληρονομία, αυτή είναι η λέξη χρέη.
Μέχρι σήμερα η συζήτηση ήταν συνήθως πολύ συγκεκριμένη:
«Ξέρουμε πόσα χρωστούσε;», «Υπάρχουν δάνεια;», «Μήπως πρέπει να κάνουμε αποποίηση πριν περάσει το τετράμηνο;»
Έτσι δημιουργήθηκαν και οι γνωστές αλυσίδες αποποιήσεων. Αποποιούνται τα παιδιά, μετά καλούνται τα εγγόνια, μετά άλλοι συγγενείς — και μία οικογένεια τρέχει από διαδικασία σε διαδικασία επειδή ουσιαστικά κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς υπάρχει μέσα στην κληρονομία.
Αυτό αλλάζει, καθώς με το νέο άρθρο 1892 ΑΚ, ο κληρονόμος δεν ευθύνεται καταρχήν με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας. Η κληρονομιαία περιουσία παραμένει διακριτή από την ατομική του περιουσία, με τις εξαιρέσεις και τις επιλογές διαχείρισης που προβλέπει ο νόμος.
Ας το κάνουμε πρακτικό.
Ένας πατέρας αφήνει ένα σπίτι αξίας 120.000 ευρώ και χρέη 200.000 ευρώ.
Μέχρι σήμερα το παιδί του είχε κάθε λόγο να φοβάται ότι μία λάθος κίνηση θα μπορούσε να οδηγήσει την υπόθεση και στη δική του περιουσία. Με το νέο σύστημα, η αφετηρία είναι διαφορετική. Τα χρέη εξακολουθούν φυσικά να υπάρχουν, αλλά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η προσωπική κατοικία ή οι καταθέσεις του παιδιού γίνονται διαθέσιμες στους δανειστές του αποβιώσαντος.
Η αποποίηση επίσης δεν καταργείται και οι σχετικές προθεσμίες εξακολουθούν να απαιτούν μεγάλη προσοχή.
Απλώς η σωστή πρώτη ερώτηση από εδώ και πέρα δεν θα πρέπει να είναι πάντα:
«Πώς αποποιούμαστε;»
Αλλά:
«Τι ακριβώς κληρονομούμε;»
Και αυτή είναι πολύ πιο ουσιαστική ερώτηση.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο διαδεδομένα πράγματα που γνωρίζει ο κόσμος για τις κληρονομιές. Ο σύζυγος παίρνει 1/4 και τα παιδιά τα υπόλοιπα. Από τον Σεπτέμβριο, όμως, δεν είναι πάντοτε έτσι.
Όταν υπάρχει ένα μόνο παιδί, ο επιζών σύζυγος θα καλείται στο 1/3 της κληρονομίας.
Με δύο ή περισσότερα παιδιά παραμένει στο 1/4.
Αν, πάλι, δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτης ή δεύτερης τάξης, η θέση του συζύγου ενισχύεται ακόμη περισσότερο και μπορεί να κληρονομήσει το σύνολο.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Περιουσία 300.000 ευρώ, ένας σύζυγος και ένα παιδί.
Με το προηγούμενο σύστημα ο σύζυγος αντιστοιχούσε σε αξία 75.000 ευρώ.
Με το νέο, σε 100.000 ευρώ.
Κάποιος θα μπορούσε να πει: «Εντάξει, μία διαφορά 25.000 ευρώ».
Όμως, όταν τα 300.000 ευρώ δεν είναι χρήματα στην τράπεζα αλλά ένα σπίτι, η διαφορά αυτή αλλάζει τις ισορροπίες.
Ποιος θα κρατήσει το ακίνητο; Ποιος μπορεί να εξαγοράσει ποιον; Πώς θα γίνει η διανομή;
Στις κληρονομίες, τα ποσοστά πολύ γρήγορα μετατρέπονται σε πραγματικά προβλήματα καθημερινής ζωής.
Αυτή θεωρώ ότι είναι μία από τις σημαντικότερες αλλαγές για την ελληνική ακίνητη περιουσία. Η νόμιμη μοίρα δεν καταργείται. Το παιδί, ο σύζυγος ή ο άλλος νόμιμος μεριδούχος εξακολουθεί να προστατεύεται.
Αλλά η προστασία του μετατρέπεται πλέον, κατά κανόνα, σε χρηματική αξίωση και όχι αυτομάτως σε ποσοστό πάνω στο συγκεκριμένο ακίνητο και αυτό έχει τεράστια πρακτική σημασία.
Ας υποθέσουμε ότι ένας πατέρας έχει δύο παιδιά και ένα σπίτι αξίας 300.000 ευρώ.
Για οποιονδήποτε λόγο θέλει να αφήσει το σπίτι ολόκληρο στο ένα παιδί.
Το άλλο παιδί δεν χάνει τη νόμιμη μοίρα του. Αν δεν υπάρχει σύζυγος, η προστατευόμενη αξίωσή του μπορεί, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, να ανέλθει σε 75.000 ευρώ.
Όμως δεν χρειάζεται πλέον υποχρεωτικά να αποκτήσει το 25% του σπιτιού.
Το σπίτι μπορεί να παραμείνει ενιαίο.
Αυτό λύνει ένα πρόβλημα, αλλά δημιουργεί αμέσως ένα άλλο:
πού θα βρεθούν τα 75.000 ευρώ;
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο να γράψει κάποιος απλώς μία διαθήκη και στο να κάνει πραγματικό κληρονομικό σχεδιασμό.
Δεν αρκεί πλέον να πούμε:
«Το σπίτι το αφήνω στον Α.»
Πρέπει να απαντήσουμε και:
«Πώς θα ικανοποιηθεί ο Β.;»
Ειδικά σε μία χώρα όπου μεγάλο μέρος της οικογενειακής περιουσίας βρίσκεται σε ακίνητα και όχι σε ρευστό, αυτό το ερώτημα είναι καθοριστικό.
Αν έπρεπε να επιλέξω μία αλλαγή που μεταβάλλει πραγματικά τη φιλοσοφία του συστήματος, θα ήταν αυτή.
Το νέο δίκαιο εισάγει την κληρονομική σύμβαση αιτία θανάτου.
Με απλά λόγια, μία οικογένεια αποκτά πλέον πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα να συμφωνήσει και να οργανώσει εκ των προτέρων τη μελλοντική διαδοχή.
Παράλληλα, προβλέπεται, υπό συγκεκριμένους όρους, ακόμη και εκ των προτέρων παραίτηση από μελλοντικά κληρονομικά δικαιώματα.
Για μία οικογένεια με μία κατοικία ίσως αυτό να μην αλλάζει πολλά.
Για μία οικογένεια όμως με επιχείρηση, ακίνητα και περισσότερα παιδιά, η αλλαγή μπορεί να είναι καθοριστική.
Σκεφτείτε έναν πατέρα με δύο παιδιά.
Η κόρη εργάζεται εδώ και δεκαπέντε χρόνια στην οικογενειακή επιχείρηση. Τη γνωρίζει, τη διοικεί, έχει επενδύσει τη ζωή της σε αυτή.
Ο γιος έχει άλλη επαγγελματική πορεία και καμία πρόθεση να ασχοληθεί.
Είναι πραγματικά λογικό να περιμένουμε τον θάνατο του πατέρα και μετά να αρχίσουμε να συζητούμε τι θα γίνει με την εταιρεία;
Μέχρι σήμερα, υπήρχαν εργαλεία: διαθήκες, δωρεές, γονικές παροχές, εταιρικές ρυθμίσεις.
Τώρα όμως το δίκαιο επιτρέπει πολύ πιο οργανωμένη αντιμετώπιση της ίδιας της κληρονομικής διαδοχής.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το σημείο όπου το κληρονομικό δίκαιο συναντά ευθέως την οικονομία.
Μία οικογενειακή επιχείρηση δεν είναι απλώς ένα στοιχείο ενεργητικού.
Έχει εργαζομένους, πελάτες, υποχρεώσεις, σχέσεις με τράπεζες και προμηθευτές.
Η λάθος διαδοχή μπορεί να καταστρέψει αξία που δημιουργήθηκε σε δεκαετίες.
Υπάρχει και εδώ μία πραγματικότητα που όλοι γνωρίζουμε.
Άνθρωποι ζουν μαζί δέκα, δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια χωρίς να έχουν παντρευτεί ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης.
Μοιράζονται σπίτι, έξοδα, καθημερινότητα και πολλές φορές ολόκληρη τη ζωή τους.
Και όμως, μέχρι σήμερα, όταν ερχόταν η ώρα της κληρονομίας, ο ένας μπορούσε ουσιαστικά να θεωρείται ξένος απέναντι στον άλλο.
Ο νέος νόμος κάνει ένα βήμα προς την πραγματικότητα.
Πρόσωπο που συζούσε μόνιμα με τον κληρονομούμενο σε ελεύθερη ένωση για τουλάχιστον τρία χρόνια —με τις ειδικές εξαιρέσεις που προβλέπονται όταν υπάρχουν κοινά παιδιά— αποκτά συγκεκριμένα δικαιώματα.
Δεν εξισώνεται με τον σύζυγο. Αυτό πρέπει να είναι σαφές.
Αλλά δεν αντιμετωπίζεται πλέον σε κάθε περίπτωση ως ένας άνθρωπος χωρίς καμία απολύτως σχέση με την κληρονομία.
Για παράδειγμα, υπό προϋποθέσεις μπορεί να προστατεύεται ως προς τη χρήση της κοινής κύριας κατοικίας και, όταν δεν υπάρχουν σύζυγος ή συγγενείς που καλούνται στην κληρονομία, μπορεί να αποκτήσει ακόμη και κληρονομικό δικαίωμα.
Η αλλαγή είναι ίσως περιορισμένη σε σχέση με έναν γάμο ή ένα σύμφωνο συμβίωσης.
Είναι όμως ουσιαστική.
Αυτή είναι μία διάταξη που θεωρώ ότι θα μας απασχολήσει αρκετά τα επόμενα χρόνια, ιδίως στην ελληνική περιφέρεια.
Πόσες φορές δεν έχουμε δει έναν ηλικιωμένο άνθρωπο να ζει μόνος;
Τα παιδιά μπορεί να βρίσκονται στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη ή στο εξωτερικό.
Και τελικά ένας ανιψιός, μία ανιψιά, ένας γείτονας ή ένα άλλο πρόσωπο είναι εκείνος που τον πηγαίνει στον γιατρό, του ψωνίζει, φροντίζει το σπίτι του, οργανώνει τα φάρμακά του και καλύπτει καθημερινές ανάγκες επί μήνες ή χρόνια.
Μέχρι σήμερα λέγαμε πολλές φορές:
«Ναι, αλλά αυτό δεν δημιουργεί από μόνο του κληρονομικό δικαίωμα.»
Ο νέος νόμος αλλάζει αυτή την αφετηρία.
Πρόσωπο που παρείχε ουσιαστική φροντίδα χωρίς αμοιβή και χωρίς να έχει σχετική νομική υποχρέωση, για τον χρόνο που προβλέπει ο νόμος, μπορεί πλέον να αποκτήσει αυτοτελή κληροδοσία.
Το ύψος της συνδέεται με το είδος, τη διάρκεια και την έκταση της φροντίδας.
Και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να τεθεί ακόμη και θέμα απόδοσης συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου αντί χρηματικού ποσού.
Είναι μία διάταξη με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα, θα έχει όμως αναπόφευκτα και δύσκολα αποδεικτικά ζητήματα.
Τι σημαίνει «ουσιαστική φροντίδα»; Πόσο συχνή ήταν; Υπήρχε πράγματι χωρίς αντάλλαγμα; Ποιος μπορεί να το αποδείξει;
Αυτές θα είναι, υποψιάζομαι, μερικές από τις πρώτες μεγάλες συζητήσεις που θα γεννήσει η νέα ρύθμιση.
Αυτό είναι ένα πρόβλημα που όσοι ασχολούνται με ακίνητα στην ελληνική περιφέρεια γνωρίζουν πολύ καλά.
Τρία αδέλφια κληρονομούν ένα σπίτι. Το ένα μένει εκεί, το δεύτερο ζει στην Αθήνα και το τρίτο βρίσκεται στο εξωτερικό.
Ο ένας θέλει να το ανακαινίσει. Ο άλλος θέλει να πουλήσει. Ο τρίτος ούτε συμφωνεί ούτε διαφωνεί πραγματικά — απλώς δεν ασχολείται.
Περνούν δέκα χρόνια και το σπίτι παραμένει κλειστό.
Στα χαρτιά υπάρχει περιουσία, αλλά στην πράξη υπάρχει ένα ακίνητο που απαξιώνεται.
Ο νέος νόμος επιχειρεί να δώσει μία ακόμη διέξοδο. Όταν η αυτούσια διανομή ενός περιουσιακού στοιχείου είναι ανέφικτη ή οικονομικά ασύμφορη, το δικαστήριο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, να επιδικάσει τη μερίδα ενός συγκληρονόμου σε άλλον, έναντι καταβολής της αγοραίας αξίας της.
Ας πάρουμε ένα σπίτι στο Λεωνίδιο Αρκαδίας.
Τρία αδέλφια έχουν από 1/3. Η μία αδελφή ζει στην περιοχή, το φροντίζει επί χρόνια και θέλει να επενδύσει χρήματα για να το ανακαινίσει. Τα άλλα δύο αδέλφια θέλουν ουσιαστικά να πάρουν την αξία τους και να αποχωρήσουν.
Η συγκυριότητα ή η πώληση σε τρίτο δεν είναι πλέον οι μόνες λύσεις που μπορούμε να εξετάσουμε.
Και εδώ υπάρχει μία λεπτομέρεια που θεωρώ εξαιρετικά σημαντική:
ο νέος κανόνας για τη διανομή μπορεί να εφαρμοστεί μετά τις 16 Σεπτεμβρίου ακόμη και σε παλαιότερες κληρονομίες, εφόσον δεν έχει ήδη ασκηθεί αγωγή διανομής.
Άρα το θέμα δεν αφορά μόνο ανθρώπους που θα κληρονομήσουν από εδώ και πέρα.
Μπορεί να αφορά μία οικογένεια που έχει ένα ακίνητο σε εκκρεμότητα εδώ και είκοσι χρόνια.
Και τι γίνεται με την ιδιόγραφη διαθήκη που έχουμε «στο συρτάρι»;
Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν καταργείται. Και αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί, γιατί γύρω από τη μεταρρύθμιση ακούστηκαν πολλές υπερβολές.
Το χειρόγραφο του διαθέτη, με ημερομηνία και υπογραφή, εξακολουθεί να αποτελεί νόμιμο τύπο διαθήκης. Απλώς το σύστημα γίνεται αυστηρότερο ως προς το τι συμβαίνει μετά.
Υπάρχει το ηλεκτρονικό Μητρώο Διαθηκών, υπάρχουν αυξημένες υποχρεώσεις εμφάνισης της διαθήκης και υπάρχουν περισσότερα φίλτρα όταν ένα χειρόγραφο εμφανίζεται εκ των υστέρων και ιδίως όταν εμφανίζεται αρκετό χρόνο μετά τον θάνατο.
Και αυτό, προσωπικά, το θεωρώ λογικό. Άλλο μία διαθήκη που ο ίδιος ο διαθέτης έχει καταθέσει για φύλαξη σε συμβολαιογράφο. Και άλλο ένα χαρτί που «βρέθηκε» δύο ή τρία χρόνια μετά τον θάνατο και —τυχαίνει— να αφήνει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Ο νομοθέτης προφανώς θέλει στις δεύτερες περιπτώσεις περισσότερο έλεγχο.
Γιατί έχει τόση σημασία η 16η Σεπτεμβρίου;
Εδώ χρειάζεται λίγη προσοχή.
Ο Ν. 5303/2026 δημοσιεύθηκε στις 22 Μαΐου 2026.
Όμως ο βασικός κορμός του νέου κληρονομικού δικαίου εφαρμόζεται κατά κανόνα στις κληρονομικές σχέσεις προσώπων των οποίων ο θάνατος επέρχεται στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 ή αργότερα.
Υπάρχουν όμως μεταβατικές εξαιρέσεις.
Παλαιότερες διαθήκες μπορεί να εξακολουθούν να κρίνονται ως προς συγκεκριμένα ζητήματα με το προηγούμενο δίκαιο.
Ορισμένοι κανόνες για ιδιόγραφες διαθήκες έχουν ήδη αρχίσει να παράγουν αποτελέσματα.
Οι κληρονομικές συμβάσεις ανοίγουν από τις 16 Σεπτεμβρίου.
Και οι νέες διατάξεις για τη διανομή μπορούν, όπως είδαμε, να επηρεάσουν ακόμη και κληρονομίες που έχουν ανοίξει πολύ παλαιότερα.
Για αρκετό διάστημα, λοιπόν, θα έχουμε στην πράξη δύο κόσμους.
Και σε κάθε υπόθεση θα πρέπει πρώτα να ρωτάμε:
Πότε πέθανε ο κληρονομούμενος;
Πότε συντάχθηκε η διαθήκη;
Έχει ήδη αρχίσει κάποια δικαστική διαδικασία;
Μερικές φορές μία ημερομηνία θα κάνει όλη τη διαφορά.
Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι «ποιος θα πάρει τι»
Κάπου εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και το πραγματικό νόημα της μεταρρύθμισης.
Για πολλά χρόνια βλέπαμε το κληρονομικό δίκαιο σχεδόν αποκλειστικά ως δίκαιο του θανάτου.Κάποιος πεθαίνει, ανοίγει η κληρονομία και μετά προσπαθούμε να λύσουμε τα προβλήματα. Ο νέος νόμος μας αναγκάζει να το δούμε διαφορετικά. Μας αναγκάζει να μιλήσουμε για σχεδιασμό περιουσίας.Και αυτή η συζήτηση δεν αφορά μόνο ανθρώπους με τεράστια περιουσία.Μπορεί να αφορά μία οικογένεια με ένα σπίτι και δύο παιδιά. Έναν επαγγελματία με μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση.Έναν άνθρωπο με δύο ακίνητα, το ένα στην Ελλάδα και το άλλο στο εξωτερικό.Ή τρία αδέλφια που έχουν κληρονομήσει ένα παλιό σπίτι και δεν έχουν καταφέρει εδώ και δεκαπέντε χρόνια να αποφασίσουν τι θα το κάνουν. Οι ερωτήσεις που πρέπει πλέον να τίθενται νωρίτερα είναι απλές: Τι έχουμε; Σε ποιον θέλουμε πραγματικά να περάσει; Ποιος μπορεί να το διαχειριστεί; Ποιος πρέπει να προστατευθεί οικονομικά; Υπάρχουν αρκετά μετρητά ή όλη η περιουσία είναι ακίνητα; Υπάρχουν χρέη; Έχουν ήδη γίνει γονικές παροχές; Υπάρχει παλιά διαθήκη; Υπάρχει οικογενειακή επιχείρηση που πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί και την επόμενη ημέρα;
Και, κυρίως:
αν αύριο συνέβαινε κάτι απρόοπτο, θα ξέραμε πραγματικά τι θα συμβεί με αυτή την περιουσία;
Αν η απάντηση είναι «όχι», ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη αλλαγή που φέρνει ο νέος νόμος. Όχι ότι μας δίνει απλώς περισσότερα νομικά εργαλεία. Αλλά ότι μας δίνει έναν πολύ καλό λόγο να κάνουμε τη δύσκολη συζήτηση λίγο νωρίτερα.
Δημήτρης Κόγκας
Δικηγόρος, LL.M.
Νομοθετική βάση: Ν. 5303/2026, ΦΕΚ Α΄ 81/22.5.2026 και οι νέες διατάξεις του Πέμπτου Βιβλίου του Αστικού Κώδικα.
Τελευταία ενημέρωση: 1 Σεπτεμβρίου 2026
Περισσότερες ειδήσεις
Η AI «φουσκώνει» την αγορά των data centers – Πάνω από 1 τρισ. δολάρια οι επενδύσεις έως το 2027
Σαρακήνικο: Η προσγείωση ενός ελικοπτέρου και το όριο ανάμεσα στην πτήση, το τοπίο και τον νόμο
Αιολικά και πυρκαγιές: Η συζήτηση πρέπει να φύγει από τους μύθους και να πάει στις υποδομές