Σε 4,78 δισ. δολάρια υπολογίζει πλέον επίσημα το Νεπάλ το κόστος ανοικοδόμησης μετά τις καταστροφικές πλημμύρες που έπληξαν τη χώρα στα τέλη Αυγούστου, καθώς ο ανθρώπινος απολογισμός εξακολουθεί να αυξάνεται και οι συνέπειες περνούν ήδη από τις κατεστραμμένες κοιλάδες στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.
Μέχρι την Παρασκευή, οι αρχές είχαν ανασύρει 1.385 νεκρούς, ενώ περίπου 5.130 άνθρωποι εξακολουθούσαν να αγνοούνται, σύμφωνα με την υπηρεσία διαχείρισης καταστροφών της χώρας.
Οι πλημμύρες της 26ης Αυγούστου, οι οποίες ξεκίνησαν στην περιοχή των συνόρων Κίνας – Νεπάλ μετά από κατάρρευση ορεινής παγετωνικής μάζας, προκάλεσαν ένα τεράστιο κύμα νερού, λάσπης και φερτών υλικών, σαρώνοντας οικισμούς, δρόμους, γέφυρες, αγροτικές εκτάσεις και ενεργειακές υποδομές.
Η ακριβής αιτία της κατάρρευσης του παγετώνα εξακολουθεί να διερευνάται. Οι επιστήμονες, ωστόσο, προειδοποιούν ότι η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας επιταχύνει την τήξη των παγετώνων στα Ιμαλάια και αυξάνει τον κίνδυνο αντίστοιχων καταστροφών.
Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών του Νεπάλ, Lok Bahadur Chhetri, η συνολική χρηματοδοτική ανάγκη για την ανοικοδόμηση εκτιμάται σε περίπου 4,78 δισ. δολάρια.
Από αυτά, περίπου 57,67 εκατ. δολάρια θα απαιτηθούν για την άμεση αποκατάσταση και ανάκαμψη μέσα στους επόμενους έξι μήνες, ενώ άλλα 4,71 δισ. δολάρια αφορούν τη μακροπρόθεσμη ανοικοδόμηση.
Και αυτός ο αριθμός δεν αποτυπώνει απαραίτητα ολόκληρο το οικονομικό πλήγμα.
Προκαταρκτική εκτίμηση του ΟΗΕ τοποθετεί μόνο τις ζημιές σε κτίρια στα 158 εκατ. δολάρια, προειδοποιώντας ότι οι συνολικές απώλειες θα είναι πολύ μεγαλύτερες όταν συνυπολογιστούν δρόμοι, γέφυρες, καλλιέργειες, εμπορικές διαδρομές και ανθρωπιστικές ανάγκες.
Η κυβέρνηση πραγματοποιεί ήδη ευρύτερη αποτίμηση των ζημιών, ώστε να προσδιορίσει το πραγματικό κόστος της ανάκαμψης.
Το οικονομικό σοκ δεν περιορίζεται στις περιοχές που πλημμύρισαν. Στο Κατμαντού, οι τιμές σε βασικά φρούτα και λαχανικά έχουν αυξηθεί κατά περίπου 5%-8%, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Nepal Economic Forum. Το υγραέριο, όταν είναι διαθέσιμο εκτός των επίσημων δικτύων διανομής, έχει ακριβύνει ακόμη και κατά 36%, καθώς οι καταστροφές έχουν διαταράξει τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Οι ζημιές σε κρίσιμους εμπορικούς διαδρόμους προς την Κίνα έχουν επίσης πολλαπλασιάσει το κόστος μεταφοράς. Επιχειρήσεις αναφέρουν ότι η μεταφορά προϊόντων μέσω εναλλακτικών χερσαίων διαδρομών μπορεί να κοστίζει έως και τέσσερις φορές περισσότερο, ενώ η επιλογή της θαλάσσιας μεταφοράς προσθέτει περίπου τρεις εβδομάδες στους χρόνους παράδοσης.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κόστος που μεταφέρεται στην αγορά: στις επιχειρήσεις μέσω χαμηλότερων περιθωρίων κέρδους και προβλημάτων ρευστότητας και στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών.
Πίσω από τους αριθμούς ανοίγει πλέον και μια ευρύτερη συζήτηση για την κλιματική δικαιοσύνη.
Το Νεπάλ, μια χώρα περίπου 30 εκατ. κατοίκων, έχει εξαιρετικά μικρή συμμετοχή στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σύγκριση με τις μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες.
Παρά το περιορισμένο κλιματικό του αποτύπωμα, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των κινδύνων που προκαλεί η αύξηση της θερμοκρασίας στα Ιμαλάια.
Η κυβέρνηση ζητά πλέον μακροπρόθεσμη διεθνή οικονομική βοήθεια όχι μόνο για την αποκατάσταση των ζημιών αλλά και για την προσαρμογή της χώρας σε ένα ορεινό περιβάλλον που αλλάζει με ταχύτητα.
Ο πρωθυπουργός Balendra Shah έχει δηλώσει ότι το Νεπάλ πρέπει να θέσει με μεγαλύτερη ένταση στη διεθνή κοινότητα το ζήτημα των καταστροφών που υφίσταται λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Αναμένεται μάλιστα να χρησιμοποιήσει το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ως πρωθυπουργός, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ μέσα στον Σεπτέμβριο, για να αναδείξει το ζήτημα.
Το Νεπάλ έχει ήδη ζητήσει 20 εκατ. δολάρια αποζημίωσης από ταμείο του ΟΗΕ που δημιουργήθηκε για τη στήριξη αναπτυσσόμενων χωρών οι οποίες υφίστανται απώλειες και ζημιές από την κλιματική αλλαγή.
Η καταστροφή έχει πλήξει υποδομές που αποτελούν κρίκους ολόκληρης της οικονομίας.
Οι κατεστραμμένες εμπορικές διαδρομές δυσκολεύουν τις εισαγωγές, ενώ οι ζημιές σε υδροηλεκτρικά έργα δημιουργούν αβεβαιότητα γύρω από τα σχέδια του Νεπάλ να αυξήσει τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας προς γειτονικές χώρες, όπως η Ινδία και το Μπανγκλαντές.
Το νέο περιβάλλον κινδύνου σημαίνει επίσης ότι η ανοικοδόμηση δεν μπορεί να γίνει απλώς με αντικατάσταση όσων χάθηκαν.
Δρόμοι, γέφυρες, φράγματα και άλλα έργα θα πρέπει πλέον να σχεδιάζονται με υψηλότερα πρότυπα ανθεκτικότητας, κάτι που σύμφωνα με ειδικούς μπορεί να αυξήσει δραστικά το κόστος κατασκευής.
Στο στόχαστρο βρίσκεται και ο τουρισμός, ο οποίος αντιστοιχεί περίπου στο 7% του ΑΕΠ του Νεπάλ και στηρίζει περισσότερες από 1 εκατ. θέσεις εργασίας.
Μετά τον σεισμό του 2015, οι αφίξεις ξένων επισκεπτών είχαν μειωθεί κατά 26%, ενώ μετά τις κοινωνικές αναταραχές του 2025 είχε καταγραφεί πτώση περίπου 18%, σύμφωνα με το Nepal Economic Forum.
Η περίπτωση του Νεπάλ αποτυπώνει με ιδιαίτερη ένταση μια από τις βασικές ανισότητες της κλιματικής κρίσης. Μια χώρα που έχει συνεισφέρει ελάχιστα στην υπερθέρμανση του πλανήτη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν λογαριασμό δισεκατομμυρίων. Και ο λογαριασμός δεν αφορά μόνο την επισκευή γεφυρών και δρόμων.
Μεταφράζεται σε ακριβότερα τρόφιμα, ελλείψεις καυσίμων, απώλειες εισοδήματος, χρέη επιχειρήσεων, θέσεις εργασίας που κινδυνεύουν και μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες σε μια οικονομία με πολύ μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσει τέτοιους κραδασμούς από ό,τι οι πλούσιες βιομηχανικές χώρες.
Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει εκτιμήσει ότι, εάν η υπερθέρμανση συνεχιστεί με τον σημερινό ρυθμό, η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να κοστίσει στο Νεπάλ περίπου 4% του ΑΕΠ του έως το 2050.
Περισσότερες ειδήσεις
Οι πλούσιοι ρυπαίνουν, οι φτωχοί πληρώνουν – Η νέα πραγματικότητα της κλιματικής ανισότητας
Κλιματική αλλαγή: Όλο και… χειρότερη η γύρη στην Ευρώπη – Γιατί οι αλλεργίες «επιμένουν» περισσότερο