Ένα ωράριο που τη μία περίοδο περιορίζεται στις 20 ώρες, την επόμενη εκτοξεύεται στις 60 και λίγο αργότερα συρρικνώνεται ξανά, δεν αναστατώνει μόνο την καθημερινότητα και τον οικογενειακό προγραμματισμό. Ενδέχεται να αφήνει βαθύτερο αποτύπωμα στην υγεία του εργαζομένου, ακόμη και όταν ο συνολικός χρόνος εργασίας δεν φαντάζει «υπερβολικός».
Νέα επιστημονική μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση SSM – Population Health, δείχνει ότι η ποιότητα μιας θέσης εργασίας δεν καθορίζεται μόνο από τον μισθό, τις παροχές και τον αριθμό των ωρών. Καθοριστικό ρόλο μπορεί να παίζει και το κατά πόσο το ωράριο παραμένει σταθερό και προβλέψιμο.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Ιλινόι στο Ουρμπάνα-Σαμπέιν εξέτασαν στοιχεία για περισσότερους από 61.000 εργαζομένους ηλικίας 18 έως 64 ετών στις ΗΠΑ. Η ανάλυση έδειξε ότι οι έντονες αυξομειώσεις των ωρών εργασίας συνδέονται με επιδείνωση της υγείας, αλλά η επιβάρυνση γίνεται ορατή με διαφορετικό τρόπο στους άνδρες και στις γυναίκες.
Στους άνδρες αποτυπώνεται κυρίως ως χειρότερη κατάσταση υγείας ενώ εξακολουθούν να εργάζονται. Στις γυναίκες εμφανίζεται συχνότερα μέσα από τη μείωση του ωραρίου, την απουσία ή ακόμη και την αποχώρηση από την εργασία για λόγους υγείας.
Η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία της αμερικανικής Έρευνας Τρέχοντος Πληθυσμού, η οποία διενεργείται από την Υπηρεσία Απογραφής και το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας των ΗΠΑ. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν τόσο τις μεταβολές στις ώρες εργασίας από μήνα σε μήνα όσο και την κατάσταση υγείας που δήλωναν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες.
Η έρευνα κάλυψε συνολικά διάστημα 16 μηνών για κάθε συμμετέχοντα και άντλησε δεδομένα από τις περιόδους 2016-2018 και 2020-2024, περιλαμβάνοντας έτσι τα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πανδημία.
Ως σταθερό θεωρήθηκε ένα ωράριο που παρέμενε σχετικά αμετάβλητο. Αντίθετα, περιπτώσεις όπως εκείνη ενός εργαζομένου που δούλεψε 20 ώρες έναν μήνα, 60 ώρες τον επόμενο, παρέμεινε στις 60 ώρες και κατόπιν επέστρεψε στις 20, κατατάχθηκαν στις ιδιαίτερα έντονες διακυμάνσεις.
Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν είναι απλώς ο απόλυτος αριθμός των ωρών. Ένα σταθερό ωράριο 25 ωρών μπορεί να είναι εξίσου προβλέψιμο με ένα σταθερό ωράριο 40 ωρών. Η επιβάρυνση φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με τις απότομες ανατροπές: τη διαρκή εναλλαγή ανάμεσα σε περιόδους περιορισμένης και εξαντλητικής απασχόλησης.

Για τους άνδρες, η προβλεπόμενη πιθανότητα επιδείνωσης της υγείας αυξανόταν σταδιακά όσο μεγάλωνε η αστάθεια του ωραρίου.
Σε έναν άνδρα με σταθερή εβδομάδα 40 ωρών, η πιθανότητα αυτή υπολογίστηκε περίπου στο 28%. Στην περίπτωση πολύ μεγάλων διακυμάνσεων, έφτανε το 38%.
Παράλληλα, η πιθανότητα να παραμείνει σταθερή η κατάσταση της υγείας υποχωρούσε από περίπου 46% σε 38%. Αντίθετα, η πιθανότητα βελτίωσής της παρουσίαζε ελάχιστη μεταβολή.
Η σύνδεση ήταν εντονότερη μεταξύ των ανδρών που εργάζονταν ήδη πολλές ώρες. Παρά την επιδείνωση που ανέφεραν, όμως, οι περισσότεροι παρέμεναν στην εργασία τους.
Η εικόνα ήταν διαφορετική στις γυναίκες. Όταν οι ερευνητές εξέτασαν μόνο όσες παρέμεναν κανονικά στην εργασία τους, δεν διαπίστωσαν σαφή στατιστική σύνδεση ανάμεσα στην αστάθεια του ωραρίου και στην επιδείνωση της αυτοαξιολογούμενης υγείας τους.

Η εικόνα άλλαξε όταν στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν και οι γυναίκες που είχαν μειώσει τις ώρες τους, διακόψει προσωρινά την εργασία ή αποχωρήσει εντελώς λόγω προβλημάτων υγείας.
Καθώς η αστάθεια των ωρών περνούσε από το χαμηλότερο στο υψηλότερο επίπεδο που παρατηρήθηκε, η προβλεπόμενη πιθανότητα ενός τέτοιου εργασιακού περιορισμού αυξανόταν από περίπου 2,5% σε σχεδόν 8%.
Με άλλα λόγια, η υγειονομική επιβάρυνση των γυναικών κινδυνεύει να παραμένει αθέατη εάν η έρευνα περιοριστεί αποκλειστικά σε όσες εξακολουθούν να εργάζονται χωρίς διακοπή.
Το φαινόμενο είναι γνωστό ως «επίδραση επιβίωσης του υγιούς εργαζομένου». Όσοι αρρωσταίνουν σε βαθμό που τους αναγκάζει να μειώσουν ή να εγκαταλείψουν την εργασία παύουν συχνά να περιλαμβάνονται στα δείγματα των απασχολουμένων. Έτσι, πίσω μένει μια αναλογικά υγιέστερη ομάδα και οι κίνδυνοι του εργασιακού περιβάλλοντος εμφανίζονται μικρότεροι από όσο είναι στην πραγματικότητα.
Από τους συμμετέχοντες, οι 55.062 παρέμειναν συνεχώς εργαζόμενοι. Στο διευρυμένο δείγμα προστέθηκαν ακόμη 6.069 άνθρωποι που εργάζονταν με μειωμένο ωράριο για λόγους υγείας, απουσίαζαν εξαιτίας ασθένειας ή είχαν αποχωρήσει από την αγορά εργασίας λόγω ασθένειας ή αναπηρίας. Σύμφωνα με την παρουσίαση των ευρημάτων από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, η συμπερίληψη αυτών των εργαζομένων αποκάλυψε ένα πολύ ευρύτερο τμήμα του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο.
Η μελέτη καταγράφει συσχετίσεις και δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι μεταβολές του ωραρίου προκαλούν άμεσα την επιδείνωση της υγείας. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι η εργασιακή αστάθεια δεν αποτελεί απλώς μια ενόχληση στον προγραμματισμό. Μπορεί να συνιστά παράγοντα κινδύνου για τη δημόσια υγεία, με διαφορετική διαδρομή και συνέπειες για άνδρες και γυναίκες.
Περισσότερες ειδήσεις
«Πρωταθλήτρια» στη δουλειά η Ελλάδα – Πρώτη στην ΕΕ στις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας
Όταν η εργασία γίνει ηλεκτρική: ΤΝ, ρομπότ και η νέα ενεργειακή οικονομία
Burnout: Δεν είναι ότι δεν αντέχεις – είναι ότι δεν παίρνεις χρόνο να αναρρώσεις