Εξαιρετικά υψηλά είναι τα ποσά που καλούνται να πληρώσουν οι παραβάτες σε διαπιστωμένες περιπτώσεις ρευματοκλοπής. Ωστόσο πρόκειται για ένα φαινόμενο που προβληματίζει το σύνολο της αγοράς και ιδιαίτερα τους συνεπείς καταναλωτές που επιβαρύνονται με το κόστος της ενέργειας που χάνεται από το δίκτυο. Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ το 2023 το ετήσιο κόστος των ρευματοκλοπών είχε φτάσει τα 350 εκατ. ευρώ και πλέον κινείται στα 300 εκατ. ευρώ εξαιτίας κυρίως της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών. Ωστόσο πρόκειται για μεγάλη επιβάρυνση που κατανέμεται στο σύνολο των καταναλωτών μέσω των χρεώσεων για τη χρήση του δικτύου.
Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας με πρόσφατη απόφαση της όρισε κατ’ αρχήν το διαχειριστικό κόστος για τους παραβάτες, αλλά και την τιμή με την οποία καλούνται να πληρώσουν την ενέργεια σε διαπιστωμένες περιπτώσεις ρευματοκολοπής. Πρόκειται τις τιμές που αφορούν το δεύτερο εξάμηνο του 2026.
Συγκεκριμένα για μονοφασική παροχή χαμηλής τάσης, το διαχειριστικό κόστος ανέρχεται σε 294,54 ευρώ όταν δεν χρειάζεται αντικατάσταση μετρητή και σε 407,07 ευρώ όταν απαιτείται αντικατάσταση.
Για τριφασική παροχή χαμηλής τάσης, η αντίστοιχη χρέωση διαμορφώνεται σε 330,11 ευρώ χωρίς αντικατάσταση μετρητή και σε 461,65 ευρώ με αντικατάσταση. Στις παροχές μέσης τάσης, το κόστος φτάνει τα 365,68 ευρώ χωρίς αλλαγή μετρητή και τα 662,21 ευρώ όταν απαιτείται αντικατάσταση.
Ωστόσο πέραν των ποσών αυτών, ο καταναλωτής στον οποίο αποδίδεται ρευματοκλοπή, καλείται να πληρώσει και τη μη καταγραφείσα ενέργεια, η οποία υπολογίζεται βάσει διοικητικά οριζόμενης τιμής και ποσοστού προσαύξησης που καθορίζονται από τη ΡΑΑΕΥ.
Για τον υπολογισμό του τιμήματος λαμβάνεται υπόψη το συνολικό μέσο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων τόσο των ανταγωνιστικών όσο και των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Ο καταναλωτής ο οποίος κατηγορείται για ρευματοκλοπή πληρώνει για την ενέργεια που δεν καταμετρήθηκε για διάστημα έως και πέντε ετών.
Η διοικητικά οριζόμενη τιμή για τις ρευματοκλοπές διαμορφώνεται στα 326,11 ευρώ/MWh για τους οικιακούς καταναλωτές και στα 335,69 ευρώ/MWh για τους λοιπούς, μη οικιακούς καταναλωτές. Επίσης προβλέπεται προσαύξηση 100% και έτσι το μοναδιαίο κόστος της μη καταγραφείσας ενέργειας φτάνει τα 652,21 ευρώ/MWh για τα νοικοκυριά και τα 671,39 ευρώ/MWh για τις υπόλοιπες κατηγορίες καταναλωτών.
Διαφορετική μεταχείριση προβλέπεται για τους δικαιούχους του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου (ΚΟΤ), για τους οποίους διατηρείται προσαύξηση 50%.
Συγκεκριμένα, για την κατηγορία ΚΟΤ Α το κόστος της μη καταγραφείσας ενέργειας καθορίζεται στα 310,41 ευρώ/MWh, για την κατηγορία ΚΟΤ Β στα 377,38 ευρώ/MWh και για την κατηγορία ΚΟΤ Γ στα 272,91 ευρώ/MWh.
Για τον προσδιορισμό του κόστους λαμβάνονται υπόψη τυπικά χαρακτηριστικά κατανάλωσης, με συμφωνημένη ισχύ παροχής 8 kVA και μέση μηνιαία κατανάλωση 180 kWh για τα νοικοκυριά, ενώ για τους μη οικιακούς καταναλωτές χρησιμοποιούνται ως αντιπροσωπευτικά μεγέθη τα 25 kVA και οι 480 kWh τον μήνα.
Η διοικητικά οριζόμενη τιμή υπολογίζεται με βάση το μέσο κόστος των σταθερών τιμολογίων των πέντε μεγαλύτερων προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, με στοιχεία για την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου 2026. Στο κόστος συνυπολογίζονται οι ανταγωνιστικές χρεώσεις και οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις, δηλαδή το ΕΤΜΕΑΡ, οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), καθώς και οι χρεώσεις χρήσης του συστήματος μεταφοράς και του δικτύου διανομής.
Περισσότερες ειδήσεις
ΔΕΗ: Οι τρεις προϋποθέσεις – «κλειδιά» για την επίτευξη της καθαρής ενεργειακής μετάβασης