Οι διατροφικές διαταραχές δεν μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά από το σωματικό βάρος, την εικόνα σώματος ή τον μεταβολισμό. Νέα μεγάλη γενετική μελέτη δείχνει ότι η νευρική ανορεξία και τα επεισόδια υπερφαγίας συνδέονται με διακριτούς βιολογικούς μηχανισμούς, αλλά και με διαφορετικές ψυχιατρικές καταστάσεις.
Η έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Mental Health, βασίστηκε σε γενετικά δεδομένα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αναλύσεις για τη γενετική βάση των διατροφικών διαταραχών.
Συγκεκριμένα, οι ερευνητές εξέτασαν σχεδόν 40.000 ανθρώπους με συμπεριφορά υπερφαγίας και περίπου 25.000 ανθρώπους με νευρική ανορεξία, συγκρίνοντας τα δεδομένα τους με εκείνα περισσότερων από 1,2 εκατ. ανθρώπων χωρίς διατροφική διαταραχή.
Η ανάλυση εντόπισε έξι περιοχές του γονιδιώματος που σχετίζονται στατιστικά με τα επεισόδια υπερφαγίας και οκτώ περιοχές που συνδέονται με τη νευρική ανορεξία σε άτομα ευρωπαϊκής καταγωγής.
Δύο από τις γενετικές περιοχές που σχετίστηκαν με την ανορεξία δεν είχαν εντοπιστεί σε προηγούμενες έρευνες.
«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι οι διατροφικές διαταραχές δεν αφορούν μόνο το σωματικό βάρος. Πολλές από τις γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με αυτές τις καταστάσεις διαφέρουν από εκείνες που επηρεάζουν το πόσο ζυγίζει ένας άνθρωπος», ανέφερε η Lu Yi, επικεφαλής ερευνήτρια στο Τμήμα Ιατρικής Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής του Karolinska Institutet.
Αυτό σημαίνει ότι, παρότι το βάρος παραμένει σημαντικός παράγοντας και στις δύο διαταραχές, δεν αποτελεί από μόνο του επαρκή εξήγηση για την εμφάνιση ή την εξέλιξή τους.
Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης κοινές γενετικές συνδέσεις της ανορεξίας και της υπερφαγίας με άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, μεταξύ των οποίων η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές.
Παράλληλα, προέκυψαν σαφείς διαφορές μεταξύ των δύο μορφών διατροφικών διαταραχών:
Ένα από τα γενετικά σήματα της υπερφαγίας εντοπίστηκε κοντά στο γονίδιο FTO, το οποίο είναι ήδη γνωστό για τη σχέση του με το αυξημένο σωματικό βάρος. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το εύρημα αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο η υπερφαγία να εξηγεί μέρος της σχέσης μεταξύ του συγκεκριμένου γονιδίου και του δείκτη μάζας σώματος.
Οι γενετικοί δείκτες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό μιας λεγόμενης πολυγονιδιακής βαθμολογίας κινδύνου, η οποία συνυπολογίζει τις μικρές επιδράσεις πολλών διαφορετικών γενετικών παραλλαγών.
Ωστόσο, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι οι συγκεκριμένες βαθμολογίες παραμένουν αδύναμοι προγνωστικοί δείκτες σε ατομικό επίπεδο. Δεν μπορούν, επομένως, να προβλέψουν από μόνες τους εάν ένας άνθρωπος θα εμφανίσει διατροφική διαταραχή ούτε να χρησιμοποιηθούν ως αυτόνομο διαγνωστικό τεστ.
Τα γονίδια δείχνουν στατιστικές προδιαθέσεις και όχι ένα προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Για την εκτίμηση του κινδύνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως το ψυχολογικό ιστορικό, οι περιβαλλοντικές επιδράσεις και οι εμπειρίες του κάθε ανθρώπου.
«Η μελέτη αποδεικνύει ότι διαφορετικές διατροφικές διαταραχές καθορίζονται εν μέρει από διακριτούς βιολογικούς μηχανισμούς», σημείωσε η Lisa Dinkler, επίκουρη καθηγήτρια στο Karolinska Institutet. Μακροπρόθεσμα, αυτή η γνώση θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη πιο στοχευμένων θεραπειών, προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε διαταραχής.
Οι ερευνητές σχεδιάζουν τώρα να επεκτείνουν τη μελέτη σε άλλες καταστάσεις, όπως η άτυπη νευρική ανορεξία και η διαταραχή αποφευκτικής/περιοριστικής πρόσληψης τροφής, καθώς και σε πληθυσμούς διαφορετικής καταγωγής.
Περισσότερες ειδήσεις
Δεν ξέρεις τι να πεις σε έναν φίλο που περνά δύσκολα; 5 φράσεις που καλό είναι να αποφύγεις
Καλοκαίρι και κατάθλιψη: Όταν ο ήλιος γίνεται βάρος – Τα συμπτώματα, τι προειδοποιούν οι ειδικοί
Λιγότερη πρωτεΐνη για καλύτερη γήρανση; Νέα μελέτη αμφισβητεί το trend του «proteinmaxxing»