MENU

ΟΗΕ προς επιχειρήσεις: Βλέπουν τη φύση να χάνεται, αλλά… παραμένουν θεατές

Η απώλεια της βιοποικιλότητας απειλεί την παγκόσμια οικονομία, αλλά οι εταιρείες παραμένουν πίσω από τις εξελίξεις

Οι επιχειρήσεις γνωρίζουν τον κίνδυνο, αλλά παραμένουν «στο περιθώριο» της μάχης κατά της απώλειας της φύσης, προειδοποιεί ο ΟΗΕ. Παρά τις ολοένα μεγαλύτερες απειλές για την κερδοφορία, τις αλυσίδες εφοδιασμού και την παγκόσμια οικονομία, εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν κινούνται με την απαιτούμενη ταχύτητα για την προστασία της βιοποικιλότητας.

Η εκτελεστική γραμματέας της Σύμβασης του ΟΗΕ για τη Βιολογική Ποικιλότητα (CBD), Astrid Schomaker, δήλωσε στο Reuters ότι, μολονότι ορισμένες επιχειρήσεις συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια, πολλές εξακολουθούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις από απόσταση.

Οι επισημάνσεις της έρχονται ενόψει των προπαρασκευαστικών συνομιλιών που πραγματοποιούνται αυτή την εβδομάδα στο Ναϊρόμπι για τη COP17, η οποία θα φιλοξενηθεί τον Οκτώβριο στην Αρμενία.

Οι κίνδυνοι είναι γνωστοί, αλλά η δράση παραμένει περιορισμένη

«Οι εταιρείες δεν επενδύουν αρκετό χρόνο, ενέργεια και πόρους στην ανάλυση των επιπτώσεων και της εξάρτησής τους από τη βιοποικιλότητα, αλλά και των κινδύνων κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού», ανέφερε η Schomaker.

Το παράδοξο, όπως επισήμανε, είναι ότι η απώλεια της βιοποικιλότητας και οι κίνδυνοι για τη φύση συγκαταλέγονται σταθερά μεταξύ των σημαντικότερων παγκόσμιων απειλών που καταγράφει το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ήδη από το 2020.

Οι επιχειρήσεις, επομένως, γνωρίζουν την ύπαρξη του κινδύνου, αλλά δεν έχουν ακόμη μετατρέψει αυτή τη γνώση σε επαρκή δράση.

Η καθυστέρηση αποδίδεται τόσο σε πρακτικά όσο και σε οικονομικά εμπόδια. Οι εταιρείες προχωρούν με αργούς ρυθμούς στην αξιολόγηση των σχετικών κινδύνων, ενώ οι κυβερνήσεις δεν έχουν θεσπίσει ακόμη επαρκείς απαιτήσεις για τη δημοσιοποίηση των επιπτώσεων και των εξαρτήσεων από τη φύση.

Σε αντίθεση με τις εκπομπές άνθρακα, οι κίνδυνοι για τη βιοποικιλότητα συνδέονται συνήθως με συγκεκριμένες γεωγραφικές τοποθεσίες και οικοσυστήματα. Αυτό καθιστά δυσκολότερη τη μέτρηση και την ενσωμάτωσή τους στις επιχειρηματικές και επενδυτικές αποφάσεις.

Επτά τρισ. δολάρια σε δραστηριότητες που βλάπτουν τη φύση

Η πρόοδος του ιδιωτικού τομέα θα εξεταστεί στο πλαίσιο της ευρύτερης αξιολόγησης που θα πραγματοποιηθεί στην COP17 για την εφαρμογή του Παγκόσμιου Πλαισίου για τη Βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ, το οποίο συμφωνήθηκε το 2022.

Με βάση τη συμφωνία, οι χώρες δεσμεύθηκαν έως το 2030 να προστατεύσουν το 30% της ξηράς και των θαλασσών, να αποκαταστήσουν υποβαθμισμένα οικοσυστήματα και να περιορίσουν τις επιδοτήσεις δραστηριοτήτων που προκαλούν ζημιά στη φύση.

Ένας ακόμη βασικός στόχος είναι η κινητοποίηση τουλάχιστον 200 δισ. δολαρίων ετησίως από δημόσιες και ιδιωτικές πηγές. Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει αργή, ενώ επιβαρυντικά λειτουργεί και η υποχώρηση της αναπτυξιακής χρηματοδότησης από τις πλουσιότερες χώρες.

Τα κεφάλαια που διοχετεύονται σε δραστηριότητες επιβλαβείς για τη φύση εξακολουθούν να υπερβαίνουν κατά πολύ τη χρηματοδότηση για την προστασία της. Μελέτη του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε το 2023 υπολόγισε ότι περισσότερα από 7 τρισ. δολάρια κατευθύνονταν σε δραστηριότητες με αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, με το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων να προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα.

Σύμφωνα με τη Schomaker, η ανακατεύθυνση ιδιωτικών κεφαλαίων προς επενδύσεις με θετικό αποτύπωμα για τη φύση αποτελεί τη «μεγαλύτερη πρόκληση». Παράλληλα, οι αναπτυξιακές τράπεζες και οι υπόλοιποι χρηματοδοτικοί οργανισμοί χρειάζεται να συνυπολογίζουν πιο άμεσα τους κινδύνους για τη βιοποικιλότητα στις αποφάσεις δανεισμού.

Στο επίκεντρο της COP17 το Ταμείο του Κάλι

Κεντρικό ζήτημα των συνομιλιών αναμένεται να αποτελέσει η ενίσχυση του Ταμείου του Κάλι, το οποίο δημιουργήθηκε το 2025 για να διοχετεύει πόρους στην προστασία της φύσης από κλάδους που αξιοποιούν γενετικούς πόρους, όπως η φαρμακοβιομηχανία και η βιοτεχνολογία.

Έρευνα της Zero Carbon Analytics εκτίμησε ότι τα τροπικά δάση ενδέχεται να κρύβουν έως και 1,2 τρισ. δολάρια σε δυνητική, ακόμη ανεξερεύνητη αξία φαρμάκων μόνο από ανθοφόρα φυτά.

Το Ταμείο προβλέπει εθελοντικές συνεισφορές ίσες με το 0,1% των ετήσιων εσόδων ή το 1% των ετήσιων κερδών των εταιρειών που αξιοποιούν δεδομένα προερχόμενα από γενετικούς πόρους.

Ωστόσο, σημαντικά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Μεταξύ αυτών είναι ο τρόπος κατανομής των πόρων ανάμεσα στις χώρες και στις κοινότητες των αυτοχθόνων, καθώς και το κατά πόσον η συνεισφορά μιας εταιρείας θα πρέπει να υπολογίζεται επί του συνόλου των εσόδων της, όταν μόνο ένα μέρος της δραστηριότητάς της βασίζεται σε γενετικούς πόρους.

Κατά τη Schomaker, οι κυβερνήσεις δεν έχουν επίσης κινηθεί αρκετά γρήγορα για να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων μέσω κινήτρων όπως οι φορολογικές ελαφρύνσεις.

Περισσότερες ειδήσεις

Καύσωνας: Οι 10 κινήσεις που μπορούν να σώσουν τη ζωή σας – Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο

Παγκόσμια Ημέρα Μέλισσας: Οι «αφανείς εργάτες» που κρατούν… ζωντανή την τροφή μας – Πώς μπορούμε να τις σώσουμε

Οι πόλεις ψάχνουν «αντίδοτο» στους καύσωνες — Το «φυσικό air condition» που έρχεται… από τη θάλασσα

Σχετικά Άρθρα