Ένα μεγάλο, αλλά σε σημαντικό βαθμό αχαρτογράφητο, χαρτοφυλάκιο ακίνητης περιουσίας βρίσκεται σήμερα στα χέρια των δήμων και των δημόσιων οργανισμών της χώρας. Παρότι τα ακίνητα αυτά υπάρχουν νομικά και καταγράφονται σε τίτλους ιδιοκτησίας, δηλώσεις Ε9, παλαιά συμβόλαια και κτηματολογικές εγγραφές, σε πολλές περιπτώσεις παραμένει άγνωστη η πραγματική τους κατάσταση, η αξία ή ακόμη και οι δυνατότητες αξιοποίησής τους.
Πρόκειται για τον λεγόμενο «αόρατο πλούτο» της Ελλάδας. Δεν αφορά περιουσία που έχει χαθεί, αλλά περιουσιακά στοιχεία τα οποία, λόγω διοικητικών, νομικών, τεχνικών ή οργανωτικών αδυναμιών, παραμένουν ουσιαστικά αδρανή για τον ίδιο τον φορέα που τα διαχειρίζεται.
Ένα δημοτικό ακίνητο μπορεί να ανήκει σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης επί δεκαετίες και, παρ’ όλα αυτά, να μην διαθέτει ολοκληρωμένο ψηφιακό φάκελο. Μπορεί να καταγράφεται διαφορετικά στο Ε9 και στο Εθνικό Κτηματολόγιο, να μην έχουν αποτυπωθεί με σαφήνεια τα όριά του ή να μην έχει αξιολογηθεί η τεχνική και πολεοδομική του κατάσταση.
Σε άλλες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην είναι γνωστό εάν το ακίνητο μπορεί να αποφέρει έσοδα, να στεγάσει κοινωνικές υπηρεσίες ή να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο αναπτυξιακό σχέδιο. Έτσι, ενώ το περιουσιακό στοιχείο υφίσταται, παραμένει διοικητικά και λειτουργικά ανενεργό.
Το κόστος αυτής της αδυναμίας δεν περιορίζεται στην απώλεια ενός ενδεχόμενου μισθώματος. Η διάσπαρτη και ελλιπής πληροφορία μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις σε επενδυτικά σχέδια, αντικρουόμενες εγγραφές, δικαστικές διαφορές, αδυναμία τεχνικού προγραμματισμού και αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Παράλληλα, ακίνητα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για κοινωνική κατοικία, εκπαιδευτικές δομές, πολιτιστικές δραστηριότητες, αθλητικές εγκαταστάσεις ή τη στέγαση δημοτικών υπηρεσιών παραμένουν εκτός του σχεδιασμού.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο περιουσιακό, αλλά συνδέεται άμεσα με τη δημόσια διοίκηση, τη λογοδοσία και την αναπτυξιακή πολιτική.
Η απλή δημιουργία ενός καταλόγου ακινήτων δεν θεωρείται πλέον αρκετή. Το ζητούμενο είναι κάθε περιουσιακό στοιχείο να αποκτήσει ολοκληρωμένη ψηφιακή ταυτότητα, στην οποία θα συνδέονται τα ιδιοκτησιακά και νομικά στοιχεία, η κτηματολογική εγγραφή, τα γεωχωρικά δεδομένα, η υφιστάμενη χρήση και η τεχνική κατάσταση.
Στον ίδιο ψηφιακό φάκελο μπορούν να ενσωματώνονται τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά, οι οικονομικές υποχρεώσεις, τα έσοδα, οι μισθώσεις, οι διοικητικές εκκρεμότητες και τα πιθανά σενάρια μελλοντικής αξιοποίησης. Η πληροφορία παύει έτσι να βρίσκεται κατακερματισμένη σε φακέλους και διαφορετικές υπηρεσίες και μετατρέπεται σε εργαλείο καθημερινής διοίκησης και στρατηγικής λήψης αποφάσεων.
Σε αυτή τη βάση προτείνεται η δημιουργία του BPI (BluPeak Property Intelligence Index), ενός Εθνικού Δείκτη Ωριμότητας Διαχείρισης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
Ο δείκτης δεν θα αποτιμά την εμπορική αξία των ακινήτων, αλλά την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της διαχείρισής τους.
Η αξιολόγηση θα μπορούσε να στηρίζεται σε πέντε βασικούς πυλώνες:
Κάθε δήμος ή δημόσιος οργανισμός θα μπορεί να λαμβάνει τεκμηριωμένη βαθμολογία, να εντοπίζει τις αδυναμίες του και να παρακολουθεί την πρόοδό του σε βάθος χρόνου. Στόχος δεν είναι η δημιουργία μίας ακόμη κατάταξης των δήμων, αλλά η διαμόρφωση μιας κοινής μεθοδολογίας και ενός πρακτικού οδικού χάρτη βελτίωσης.
Τα αποτελέσματα του δείκτη θα μπορούν να αποτυπώνονται στον Χάρτη του Αόρατου Πλούτου της Ελλάδας, ένα διαδραστικό εργαλείο με συγκεντρωτικά στοιχεία ανά δήμο και περιφέρεια. Μέσω αυτού θα είναι δυνατόν να εντοπίζονται οι περιοχές που έχουν σημειώσει πρόοδο, τα μεγαλύτερα κενά και οι οργανισμοί που εφαρμόζουν αποτελεσματικές πρακτικές.

Ο χάρτης θα μπορούσε επίσης να αναδεικνύει τις περιοχές που χρειάζονται μεγαλύτερη τεχνική και διοικητική υποστήριξη, χωρίς να δημοσιοποιούνται ευαίσθητα δεδομένα για συγκεκριμένα ακίνητα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο διαφάνειας, δημόσιας πολιτικής και διάχυσης καλών πρακτικών.
Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται σε μία ευρύτερη αντίληψη για τη δημοτική περιουσία. Η αξιοποίησή της δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την πώληση ή την εκμίσθωση. Ένα ακίνητο μπορεί να δημιουργεί οικονομική αξία, αλλά ταυτόχρονα να παράγει κοινωνικό, πολιτιστικό, περιβαλλοντικό ή λειτουργικό όφελος. Η ορθή διαχείριση συνδέεται με την επιλογή της καταλληλότερης χρήσης για κάθε περιουσιακό στοιχείο, βάσει αξιόπιστων δεδομένων και συγκεκριμένων δημόσιων στόχων.
Για να συμβεί αυτό, η ακίνητη περιουσία πρέπει πρώτα να μετατραπεί σε γνώση. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη περισσότερα δημόσια ακίνητα. Χρειάζεται να γνωρίζει με ακρίβεια ποια διαθέτει, σε ποια κατάσταση βρίσκονται και πώς μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των πολιτών.
Μόνο όταν ο αόρατος αυτός πλούτος γίνει ορατός, μετρήσιμος και διοικητικά ώριμος, μπορεί να μετατραπεί σε ανάπτυξη, κοινωνικό όφελος και πραγματική δημόσια αξία.
Περισσότερες ειδήσεις
Σπίτια υπάρχουν, αλλά είναι… αόρατα — Πώς ο δείκτης FREI «ξεγυμνώνει» τη στεγαστική αγορά