Πόσο αξίζει μια χώρα που δεν μπορεί να μετατρέψει την περιουσία της σε προοπτική για τους ανθρώπους της; Και τι σημαίνει να ανεβαίνουν οι αξίες των ακινήτων, όταν ένας εργαζόμενος δυσκολεύεται να νοικιάσει, ένα ζευγάρι αναβάλλει τη ζωή του και ένας τόπος αδυνατεί να κρατήσει τους νέους του;
Μετά τη ΔΕΘ, η συζήτηση για τη στέγη χρειάζεται να φτάσει μέχρι το ακίνητο: τη διεύθυνση, τον ιδιοκτήτη, τη χρήση, την κατάσταση, το κόστος αποκατάστασης. Μέχρι εκεί όπου μια εξαγγελία μπορεί να γίνει πραγματικό κλειδί στο χέρι ενός ανθρώπου.
Η φράση «δεν υπάρχουν σπίτια» περιγράφει την αγωνία του ενοικιαστή. Δεν αρκεί, όμως, ως εθνική διάγνωση. Υπάρχουν πραγματικές ελλείψεις διαθέσιμης, κατάλληλης και οικονομικά προσιτής κατοικίας σε συγκεκριμένες περιοχές. Παράλληλα, υπάρχουν ακίνητα που δεν λειτουργούν ως προσφορά: κλειστά διαμερίσματα, κτίρια με εκκρεμότητες, χώροι άλλων χρήσεων και περιουσία που χρειάζεται έλεγχο πριν αξιοποιηθεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσα από αυτά μπορούν να ενεργοποιηθούν, πού, πότε και με ποιο τίμημα.
Η Ελλάδα χρειάζεται να δει την ακίνητη περιουσία της ολόκληρη. Όλα τα κτίρια. Όλα τα οικόπεδα. Όλες τις εκτάσεις. Όλα τα δικαιώματα. Και, μαζί, όλες τις δυνατότητες που σήμερα δεν μεταφράζονται σε κατοικία, εργασία ή δημόσιο όφελος.
Αυτή είναι η θέση που, εδώ και τρία χρόνια, αναπτύσσει η BluPeak Estate Analytics μέσα από τις μελέτες και τις παρεμβάσεις της: η ακίνητη περιουσία πρέπει να συνδεθεί με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας. Η καταγραφή είναι η αφετηρία. Η ολοκλήρωση είναι η κατοικία που κατοικείται, η επιχείρηση που λειτουργεί, ο εργαζόμενος που παραμένει στον τόπο του. Η συζήτηση για την αξία της γης αποκτά ουσία όταν απαντά και στην αξία της ζωής πάνω σε αυτήν.
Η Πορτογαλία αποτελεί χρήσιμη προειδοποίηση. Οι Financial Times, στις 17 Αυγούστου 2026, περιέγραψαν την πίεση σε Πορτογαλία και Ισπανία, συνδέοντάς την με την αύξηση των στεγαστικών αναγκών, τη γραφειοκρατία και το υψηλό κόστος κατασκευής. Το Reuters είχε καταγράψει ήδη τον Σεπτέμβριο του 2024 πορτογαλικό πακέτο 2 δισ. ευρώ για περίπου 33.000 κατοικίες έως το 2030. Οι ανακοινώσεις αυτές είναι στόχοι παραγωγής κατοικιών, όχι απόδειξη ότι οι κατοικίες παραδόθηκαν.
Το συμπέρασμα για την Ελλάδα είναι δικό μας και είναι πρακτικό: η ενίσχυση της αγοραστικής δυνατότητας χρειάζεται να συναντά αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς. Διαφορετικά, περισσότερα νοικοκυριά μπορεί να διεκδικούν τα ίδια λίγα ακίνητα. Η ανάπτυξη μιας αγοράς πρέπει να κρίνεται και από το αν μπορούν να ζήσουν μέσα της οι άνθρωποι που εργάζονται στην περιοχή.
Στην επίσημη συνέντευξη Τύπου της φετινής ΔΕΘ, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι η στήριξη της ζήτησης δεν αρκεί. Αναφέρθηκε στα προγράμματα «Σπίτι μου», στην επιστροφή ενοικίων, στην επισκευή κλειστών
διαμερισμάτων με ενίσχυση έως 36.000 ευρώ, στην αύξηση της κατασκευής και στη μετατροπή παλιών βιομηχανικών κτιρίων σε κατοικίες.
Η κατεύθυνση προς μεγαλύτερη προσφορά θέτει ένα συγκεκριμένο διοικητικό καθήκον: να εντοπιστούν οι χώροι στους οποίους μπορούν να εφαρμοστούν τα μέτρα. Ποια διαμερίσματα χρειάζονται απλή ανακαίνιση; Ποια κτίρια επιτρέπεται και συμφέρει να αλλάξουν χρήση; Πού υπάρχουν τίτλοι που πρέπει να διευκρινιστούν; Πού απαιτείται νέα κατασκευή επειδή το διαθέσιμο απόθεμα δεν επαρκεί;
Κάθε πρόγραμμα πρέπει να συνοδεύεται από έναν δημόσιο απολογισμό: πόσες επιπλέον κατοικίες κατοικήθηκαν, σε ποιες περιοχές, με ποιο συνολικό κόστος και με ποιο ενοίκιο. Οι εγκρίσεις χρηματοδότησης είναι ένα στάδιο. Η κατοίκηση είναι το αποτέλεσμα.
Το energodromio.gr παρουσίασε στις 4 Σεπτεμβρίου τη διερεύνηση αγοράς της ΕΤΑΔ για πληροφοριακό σύστημα διαχείρισης, με ενδεικτική βάση περίπου 50.000 ακίνητα ή εγγραφές ακινήτων. Η διάκριση έχει σημασία: δεν πρόκειται για 50.000 διαθέσιμες κατοικίες ούτε για ήδη ολοκληρωμένο μητρώο. Στο χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες γης, κτιρίων και εγκαταστάσεων.
Αυτό είναι το μέγεθος της συζήτησης που πρέπει να ανοίξει. Η εθνική απογραφή οφείλει να καλύψει τους 332 δήμους, τις 13 περιφέρειες, τα υπουργεία και τους φορείς τους, τα ασφαλιστικά ταμεία, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τους οργανισμούς μεταφορών και την περιουσία που συνδέεται με την άμυνα. Για εκκλησιαστικούς φορείς και κληροδοτήματα χρειάζεται χωριστή καταγραφή και συνεργασία, με σεβασμό στην αυτοτέλεια και στους ειδικούς όρους τους.
Κάθε φορέας πρέπει να εμφανίζεται με σαφή ταυτότητα. Κάθε ακίνητο με διακριτό ιδιοκτήτη, διαχειριστή και χρήστη. Ένα κτίριο που ανήκει σε έναν οργανισμό και χρησιμοποιείται από έναν δήμο δεν γίνεται δύο κτίρια. Και μία έκταση με πολλά δικαιώματα δεν μπορεί να προστίθεται αβασάνιστα σε έναν εθνικό αριθμό «ακινήτων».
Το αποτέλεσμα θα αποκαλύψει και τι μπορεί να αξιοποιηθεί και τι πρέπει να προστατευθεί: κοινόχρηστους χώρους, περιβαλλοντικά ευαίσθητες εκτάσεις, ενεργές υποδομές, εγκαταστάσεις απαραίτητες για τη δημόσια αποστολή τους. Η ορθή διαχείριση περιλαμβάνει και την τεκμηριωμένη απόφαση να μη μεταβληθεί μια χρήση.
Στη συγκέντρωση των διαθέσιμων πηγών για το παρόν άρθρο δεν εντοπίστηκε ενιαίο, δημόσια προσβάσιμο και επαληθευμένο σύνολο μοναδικών ακινήτων για τους 332 δήμους, τις 13 περιφέρειες και όλους τους δημόσιους φορείς μαζί. Αυτό είναι ουσιώδες εύρημα για τη δημόσια συζήτηση. Δεν αποδεικνύει ότι κανένας φορέας δεν έχει μητρώο· σημαίνει ότι δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε με ασφάλεια μία ολοκληρωμένη εθνική απογραφή από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Γνωρίζουμε επιμέρους μεγέθη. Η επίσημη περιγραφή έργου ψηφιοποίησης της ΕΤΑΔ αναφέρεται σε περίπου 77.000 εγγραφές αρχείου, ενώ το δημοσίευμα του 2026 για το νέο σύστημα δίνει ενδεικτική βάση περίπου 50.000. Πρόκειται για διαφορετικές περιγραφές και περιόδους, χωρίς τεκμηριωμένη αντιστοίχιση που να επιτρέπει συμπέρασμα για μείωση του χαρτοφυλακίου.

Για το σιδηροδρομικό χαρτοφυλάκιο αναφέρονται περίπου 4.800 κτίρια. Ο e-ΕΦΚΑ εμφανίζεται με 515 ιδιόκτητα ακίνητα. Η ιστοσελίδα του ΤΕΘΑ αναφέρει περίπου 2.000 ακίνητα στο χαρτοφυλάκιο, από τα οποία 1.477 καθαρής ιδιοκτησίας, χωρίς εμφανή ημερομηνία αναφοράς. Το σχέδιο των ΕΛΤΑ αφορά 82 ιδιόκτητα ακίνητα. Τα μεγέθη αυτά δείχνουν την έκταση της εργασίας που απαιτείται, όχι πόσα σπίτια μπορούν να διατεθούν αύριο.

Δεν θα βαφτίσουμε κάθε οικόπεδο διαμέρισμα. Δεν θα μετρήσουμε τον διαχειριστή και τον ιδιοκτήτη σαν δύο διαφορετικές περιουσίες. Η πρώτη υποχρέωση της εθνικής απογραφής είναι να αποκτήσουμε κοινή
μονάδα μέτρησης: γεωτεμάχιο, κτίριο, αυτοτελής ιδιοκτησία και εμπράγματο δικαίωμα να συνδέονται μεταξύ τους, αλλά να διατηρούν διαφορετική ταυτότητα.
Στο υλικό μελετών της BluPeak για τη δημοτική περιουσία, το πρόβλημα περιγράφεται σε πρακτικό επίπεδο: άλλες πληροφορίες βρίσκονται στο Ε9, άλλες στους τίτλους, άλλες στο Κτηματολόγιο και άλλες στα αρχεία των υπηρεσιών. Μία καταχώριση μπορεί να υπάρχει, αλλά να μην αρκεί για απόφαση αξιοποίησης. Η προτεινόμενη εργασία ενώνει γεωγραφική θέση, δικαίωμα, τεχνικό φάκελο και διοικητική ευθύνη.
Η τεκμηρίωση που χρησιμοποιείται εδώ περιλαμβάνει αναφορά σε σύμβαση για τη Σητεία και τεχνικές μελέτες ή προσεγγίσεις για την Κάρυστο, τα Βόρεια Τζουμέρκα και την Αλόννησο. Οι περιπτώσεις αυτές υποστηρίζουν τη μεθοδολογία της εταιρείας· δεν παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένη απογραφή όλων των δήμων ούτε ως πιστοποίηση ότι έχουν ήδη παραδοθεί κατοικίες. Το μετρήσιμο ζητούμενο είναι πόσα ακίνητα περνούν από την ατελή πληροφορία σε ελεγμένο φάκελο και από εκεί σε βιώσιμη χρήση.
Προτείνουμε κάθε δημοτικός απολογισμός να παρουσιάζει διαδοχικά: πόσες εγγραφές συγκεντρώθηκαν, πόσα μοναδικά ακίνητα ταυτοποιήθηκαν, πόσα ελέγχθηκαν, πόσα είναι ώριμα και πόσα ενεργοποιήθηκαν. Δίπλα σε κάθε στάδιο να εμφανίζονται κόστος, χρόνος και υπεύθυνος. Έτσι η συμβολή μιας μελέτης μπορεί να αξιολογείται από το αποτέλεσμα που παράγει.
Προτείνουμε κάθε δήμος να αποκτήσει δεσμευτικό σχέδιο ενεργοποίησης περιουσίας, με τρεις διαδρομές: ακίνητα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σύντομα, ακίνητα που χρειάζονται ωρίμανση και ακίνητα που πρέπει να παραμείνουν στη σημερινή προστατευόμενη ή κοινωφελή χρήση τους.
Στα αστικά κέντρα, προτεραιότητα μπορούν να έχουν κατάλληλα κτίρια κοντά σε συγκοινωνίες και θέσεις εργασίας, για προσιτή μακροχρόνια μίσθωση ή φοιτητική στέγη. Στους νησιωτικούς δήμους, η στέγαση εκπαιδευτικών, υγειονομικών και εργαζομένων κρίσιμων υπηρεσιών μπορεί να συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες στελέχωσης. Στην ενδοχώρα, η κατοικία χρειάζεται να εντάσσεται σε σχέδιο μόνιμης εγκατάστασης με εργασία και υπηρεσίες.
Ένα κατάλληλο δημοτικό κτίριο μπορεί να εξεταστεί για κατοικίες. Μια αποθήκη μπορεί να στηρίξει μεταποίηση ή συνεταιριστική δραστηριότητα. Ένας χώρος γραφείων μπορεί να φιλοξενήσει μικρές επιχειρήσεις. Μια έκταση μπορεί να εξυπηρετήσει παραγωγή ή κοινωνική υποδομή. Κάθε επιλογή χρειάζεται έλεγχο καταλληλότητας, τοπικής ζήτησης και βιωσιμότητας.
Έτσι απαντάμε και στο ερώτημα των δημοτικών εσόδων. Προτείνουμε διαφανείς μισθώσεις και, όπου ενδείκνυται, συνεργασίες με ιδιώτες με μετρήσιμες υποχρεώσεις. Μέρος του καθαρού αποτελέσματος, μετά τη συντήρηση και τις λοιπές δεσμεύσεις, να επανεπενδύεται σε στέγη και τοπικές υπηρεσίες. Η περιουσία μπορεί να δημιουργεί επαναλαμβανόμενο όφελος με διατήρηση της δημόσιας κυριότητας.
Στις κατοικίες που χρηματοδοτούνται δημόσια, η προσιτότητα πρέπει να έχει διάρκεια: σαφείς κανόνες επιλογής δικαιούχων, ελεγχόμενη αναπροσαρμογή ενοικίου, υποχρέωση συντήρησης και συνέπειες για παραβίαση των όρων. Η επιδότηση οφείλει να αγοράζει συγκεκριμένο κοινωνικό αποτέλεσμα.
Περισσότερες ειδήσεις
50.000 δημόσια ακίνητα αποκτούν «ψηφιακή ταυτότητα»
Σπίτια υπάρχουν, αλλά είναι… αόρατα — Πώς ο δείκτης FREI «ξεγυμνώνει» τη στεγαστική αγορά