MENU

Sam Altman κατά των smart glasses: «Με κάνουν να αισθάνομαι πολύ άβολα» – Η επόμενη συσκευή της OpenAI ίσως δεν έχει καθόλου κάμερα

Την ώρα που η Meta ποντάρει στα γυαλιά με κάμερα, ο δημιουργός του ChatGPT φαίνεται να εξετάζει πιο... διακριτικές μορφές «φορέσιμης» τεχνολογίας

Ο Sam Altman δεν είναι οπαδός των smart glasses. Μιλώντας στο Sources Podcast, ο CEO της OpenAI δήλωσε ότι αισθάνεται «πολύ άβολα» όταν συνομιλεί με κάποιον που φορά τα χαρακτηριστικά γυαλιά τεχνητής νοημοσύνης με κάμερα και φωτεινή ένδειξη, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί smart glasses.

Η τοποθέτηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα «έξυπνα γυαλιά» κερδίζουν έδαφος, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Ray-Ban Meta, ενώ την ίδια στιγμή ο Altman συνεργάζεται με τον πρώην επικεφαλής σχεδιασμού της Apple Jony Ive πάνω σε μια νέα γενιά συσκευών τεχνητής νοημοσύνης.

Η OpenAI εξακολουθεί να κρατά αρκετές λεπτομέρειες του project μακριά από τη δημοσιότητα. Ο Altman, ωστόσο, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι το σχέδιο δεν περιορίζεται σε μία μόνο συσκευή, αλλά αφορά διαφορετικές μορφές AI hardware για το τραπέζι, την τσέπη και το σώμα του χρήστη.

Ο CEO της Meta, Mark Zuckerberg φορώντας smart glasses

Η αρνητική στάση του απέναντι στα smart glasses βάζει έτσι ένα ενδιαφέρον όριο στον συγκεκριμένο σχεδιασμό: μια κάμερα μόνιμα στραμμένη προς όσους βρίσκονται απέναντι από τον χρήστη δύσκολα φαίνεται να αποτελεί το πρότυπο που θέλει να ακολουθήσει η OpenAI.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο σχεδιαστικό. Τα smart glasses βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο μιας ευρύτερης συζήτησης για την ιδιωτικότητα, καθώς η τεχνολογία επιτρέπει την καταγραφή εικόνας χωρίς τις εμφανείς κινήσεις που συνοδεύουν συνήθως τη χρήση ενός κινητού τηλεφώνου. Στη Γερμανία, μάλιστα, η οργάνωση ψηφιακών δικαιωμάτων HateAid έχει κινηθεί νομικά εναντίον των Ray-Ban Meta, αμφισβητώντας κατά πόσο η μικρή λευκή λυχνία στον σκελετό αρκεί ώστε ένας τρίτος να αντιλαμβάνεται εγκαίρως ότι βρίσκεται μπροστά σε ενεργή κάμερα.

Το πρόβλημα των smart glasses δεν είναι ο επεξεργαστής

Το επιχείρημα του Altman αγγίζει ένα από τα βασικότερα προβλήματα της συγκεκριμένης κατηγορίας συσκευών, το οποίο δεν αφορά την ισχύ των επεξεργαστών, τη διάρκεια της μπαταρίας ή τις δυνατότητες των μοντέλων AI. Τα γυαλιά βρίσκονται κυριολεκτικά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κοιτάζονται.

Όταν στον σκελετό προστίθεται μια κάμερα, μια συνηθισμένη συνομιλία αποκτά αυτομάτως μια δεύτερη διάσταση. Ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι καλείται να αναρωτηθεί εάν απλώς συζητά ή εάν ταυτόχρονα φωτογραφίζεται, βιντεοσκοπείται ή γίνεται μέρος κάποιου ψηφιακού περιεχομένου, παρά τη θέλησή του.

Τα smartphones έχουν δημιουργήσει εδώ και χρόνια ένα σχετικά σαφές κοινωνικό σήμα. Όταν κάποιος σηκώνει ένα τηλέφωνο και στρέφει την κάμερά του προς έναν άνθρωπο, η πράξη της καταγραφής είναι συνήθως εμφανής.

Τα smart glasses περιορίζουν αυτή τη διάκριση ακριβώς επειδή ένα από τα βασικά σχεδιαστικά τους πλεονεκτήματα είναι ότι η συσκευή καταγραφής ενσωματώνεται σε ένα καθημερινό αντικείμενο και γίνεται λιγότερο αντιληπτή.

Αυτό ακριβώς βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των αντιδράσεων ρυθμιστικών αρχών και οργανώσεων προστασίας της ιδιωτικότητας.

Η πίεση για πιο εμφανή καταγραφή

Η αρμόδια αρχή ηλεκτρονικής ασφάλειας της Αυστραλίας έχει ήδη καλέσει τους κατασκευαστές να διασφαλίζουν ότι οι ενδείξεις καταγραφής δεν μπορούν να απενεργοποιηθούν, αλλά και να εξετάσουν την αυτόματη θόλωση προσώπων όταν δεν υπάρχει ενημερωμένη συγκατάθεση.

Η παρέμβαση συνδέθηκε, μεταξύ άλλων, με περιστατικά στα οποία γυναίκες καταγράφηκαν κρυφά για περιεχόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το σκεπτικό είναι ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην υπόθεση ότι κάθε κάτοχος μιας συσκευής θα τη χρησιμοποιεί υπεύθυνα.

Παρόμοια είναι και η συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ευρώπη. Στην περίπτωση των Ray-Ban Meta, η ίδια η Meta υποστηρίζει ότι η λευκή λυχνία καταγραφής δεν απενεργοποιείται και ότι η κάμερα στα μοντέλα δεύτερης γενιάς σταματά να λειτουργεί εάν το σύστημα διαπιστώσει επέμβαση ή κάλυψη της ένδειξης.

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει εάν μια τόσο μικρή ένδειξη είναι επαρκώς αναγνωρίσιμη από απόσταση, κάτω από έντονο φως ή μέσα σε έναν πολυσύχναστο χώρο και κυρίως εάν ο άνθρωπος που τη βλέπει γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει.

Η απόρριψη των καμερών πάνω σε γυαλιά δεν μπορεί, πάντως, να είναι απόλυτη. Η ίδια τεχνολογία που γεννά σοβαρές ανησυχίες για την ιδιωτικότητα μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη για τυφλούς και ανθρώπους με μειωμένη όραση.

Η δυνατότητα μιας συσκευής να «βλέπει» τον φυσικό χώρο και να περιγράφει αντικείμενα, πινακίδες, εμπόδια ή άλλες πληροφορίες μέσω AI μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό εργαλείο υποβοήθησης.

Αυτό δεν ακυρώνει το ζήτημα της ιδιωτικότητας. Δείχνει όμως ότι τα smart glasses με κάμερα ενδέχεται να έχουν ισχυρότερη χρησιμότητα σε συγκεκριμένες εφαρμογές και ανάγκες, αντί να αποτελέσουν υποχρεωτικά την προεπιλεγμένη μορφή του προσωπικού AI hardware για όλους.

Τι μπορεί να ετοιμάζουν Altman και Jony Ive

Οι δηλώσεις του Altman αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όταν το βλέμμα στρέφεται στο hardware που αναπτύσσουν η OpenAI και ο Jony Ive.

Μέχρι σήμερα, η κατεύθυνση που έχει περιγραφεί παραπέμπει σε συσκευές που θα επιχειρήσουν να ξεφύγουν από τις παραδοσιακές οθόνες και από τη λογική ενός ακόμη μικρότερου smartphone. Αν τα γυαλιά με κάμερα δεν αποτελούν την προτιμώμενη λύση, τότε άλλες κατηγορίες φορετών συσκευών αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Ένα ακουστικό, pendant, clip ή άλλη μικρή συσκευή που φοριέται στο σώμα θα μπορούσε θεωρητικά να προσφέρει συνεχή πρόσβαση σε έναν AI assistant, χωρίς μια κάμερα να βρίσκεται διαρκώς στο οπτικό πεδίο των ανθρώπων γύρω από τον χρήστη.

Μια τέτοια συσκευή θα μπορούσε να ενεργοποιείται φωνητικά και να απαντά διακριτικά, σε μια λογική πιο κοντά στα ασύρματα ακουστικά ή στα smartwatches.

Η απουσία κάμερας, βέβαια, δεν εξαφανίζει τα προβλήματα ιδιωτικότητας.

Ένα wearable με μικρόφωνα που μπορεί να ακούει το περιβάλλον δημιουργεί με τη σειρά του σοβαρά ερωτήματα για το πότε ενεργοποιείται, τι δεδομένα συλλέγει, πού αποθηκεύονται και ποιος μπορεί να τα επεξεργαστεί. Ακριβώς εκεί βρίσκεται και η σχεδιαστική πρόκληση για τους Ive και Altman: να δημιουργήσουν μια συσκευή που να είναι διακριτική και χρήσιμη για τον κάτοχό της, χωρίς να γίνεται αδιαφανής ή απειλητική για όσους βρίσκονται γύρω του.

Περισσότερες ειδήσεις

Πόση AI «αντέχει» ο ανθρώπινος νους; Οι επιστήμονες ζητούν νέα όρια, πριν να είναι αργά

Ζώδια, ψυχολογία και… ChatGPT: Το μοντέλο GPT-4 «μάντεψε» τις απαντήσεις 600 ανθρώπων σε νέα έρευνα

Σάλος με το παιδικό «Πέππα: Το γουρουνάκι» — Ζητούν από παιδιά να παραχωρήσουν τη φωνή τους στην AI

Σχετικά Άρθρα