Η ελληνική αγορά κατοικίας συνεχίζει να κινείται σε ανοδική τροχιά, επιβεβαιώνοντας ότι η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης παραμένει το βασικό χαρακτηριστικό της. Παρότι σε αρκετές περιοχές καταγράφεται αύξηση των διαθέσιμων ακινήτων, οι τιμές όχι μόνο δεν αποκλιμακώνονται, αλλά συνεχίζουν να ενισχύονται τόσο στις πωλήσεις όσο και στις ενοικιάσεις. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ζήτηση εξακολουθεί να απορροφά γρήγορα το νέο απόθεμα, ενώ η έλλειψη σύγχρονων κατοικιών, ιδιαίτερα στις δημοφιλείς περιοχές, εξακολουθεί να τροφοδοτεί την ανοδική πορεία της αγοράς.
Τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου του 2026 της Χρυσής Ευκαιρίας αποτυπώνουν μια αγορά που διαφοροποιείται ανά περιοχή και κατηγορία κατοικίας, ωστόσο ο κοινός παρονομαστής παραμένει ένας, οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται σχεδόν παντού, ακόμη και όπου η προσφορά παρουσιάζει αισθητή βελτίωση.
Η εικόνα στις τρεις μεγαλύτερες αγορές της χώρας δείχνει ότι το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών προς πώληση εξακολουθεί να είναι περιορισμένο.
Στην Αθήνα, τα μικρά διαμερίσματα έως 80 τ.μ. μειώθηκαν οριακά κατά 1,3%, όμως οι ζητούμενες τιμές αυξήθηκαν κατά 11,2%, φτάνοντας τα 3.012 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Στις κατοικίες 81 έως 120 τ.μ. η προσφορά μειώθηκε κατά 10,2%, ενώ οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 4,7%. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μείωση στις κατοικίες άνω των 121 τ.μ., όπου τα διαθέσιμα ακίνητα περιορίστηκαν κατά 12,7%, χωρίς όμως να ανακοπεί η άνοδος των τιμών.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στη Θεσσαλονίκη, όπου η προσφορά μειώθηκε σε όλες τις κατηγορίες κατοικιών, από 6,6% έως 9,3%, ενώ οι τιμές παρέμειναν σε ανοδική τροχιά. Στην Πάτρα η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται στα μεγάλα σπίτια, όπου το διαθέσιμο απόθεμα μειώθηκε σχεδόν κατά 24%, με τις ζητούμενες τιμές να συνεχίζουν επίσης να αυξάνονται.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε αρκετές περιοχές της Αττικής η προσφορά αυξάνεται αισθητά, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται σε αποκλιμάκωση των τιμών.
Ο Άγιος Δημήτριος καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση στις διαθέσιμες μικρές κατοικίες, της τάξης του 52,7%, με τη μέση τιμή να αυξάνεται ταυτόχρονα κατά 13,4%. Στην Ηλιούπολη η προσφορά ενισχύθηκε κατά 41%, ενώ οι τιμές ανέβηκαν κατά 12,1%. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζεται στη Νέα Ιωνία, όπου τα διαθέσιμα μικρά διαμερίσματα αυξήθηκαν κατά 38,6%, αλλά οι ζητούμενες τιμές εκτινάχθηκαν κατά 27,8%, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες αυξήσεις της αγοράς.
Αύξηση της προσφοράς καταγράφεται επίσης στα Βριλήσσια, στην Καλλιθέα, στη Νέα Σμύρνη, στο Μαρούσι, στην Πετρούπολη και στον Πειραιά, γεγονός που αποτυπώνει την προσπάθεια της αγοράς να ανταποκριθεί στην αυξημένη ζήτηση. Ωστόσο, ακόμη και στις περιοχές αυτές οι τιμές συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, επιβεβαιώνοντας ότι η ζήτηση εξακολουθεί να απορροφά γρήγορα τα νέα διαθέσιμα ακίνητα.
Στις ακριβότερες περιοχές της χώρας εξακολουθούν να κυριαρχούν τα νότια προάστια. Η Βούλα διατηρεί την πρωτιά, καθώς οι κατοικίες άνω των 121 τ.μ. διατίθενται προς σχεδόν 6.800 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Ακολουθεί η Γλυφάδα, όπου η μέση τιμή στις μεγάλες κατοικίες φτάνει τα 6.613 ευρώ ανά τ.μ., ενώ στο Ελληνικό οι τιμές διαμορφώνονται στα 6.271 ευρώ ανά τ.μ. για μικρότερες κατοικίες και στα 6.267 ευρώ ανά τ.μ. για τις μεγαλύτερες, επιβεβαιώνοντας ότι η επένδυση στο Ελληνικό εξακολουθεί να επηρεάζει ολόκληρη την αγορά της Αθηναϊκής Ριβιέρας.
Διαφορετική είναι η εικόνα στην αγορά μισθώσεων. Εκεί παρατηρείται αύξηση των διαθέσιμων μικρών κατοικιών, χωρίς όμως να περιορίζονται τα ενοίκια.
Στην Αθήνα τα διαθέσιμα διαμερίσματα έως 80 τ.μ. αυξήθηκαν κατά 7,9%, με το μέσο ζητούμενο ενοίκιο να διαμορφώνεται στα 12,70 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Την ίδια στιγμή, οι μεγαλύτερες κατοικίες παραμένουν δυσεύρετες, καθώς η προσφορά μειώθηκε κατά 12,4%, με τα μισθώματα να συνεχίζουν να αυξάνονται. Αντίστοιχη είναι η εικόνα στη Θεσσαλονίκη, όπου τα μικρά διαμερίσματα αυξήθηκαν κατά 12,4%, αλλά οι τιμές ενοικίασης ενισχύθηκαν κατά 7,1%, καθώς και στην Πάτρα, όπου τα μικρά σπίτια αυξήθηκαν κατά 8,3% με τα ενοίκια να ακολουθούν επίσης ανοδική πορεία.
Σε αρκετές περιοχές της Αττικής καταγράφονται ιδιαίτερα έντονες μεταβολές. Στο Περιστέρι, για παράδειγμα, η προσφορά κατοικιών μεσαίου μεγέθους αυξήθηκε κατά 50,9%, ενώ στα μεγάλα διαμερίσματα κατά 41,4%, με τα ενοίκια να παραμένουν επίσης υψηλότερα σε σχέση με πέρυσι. Στο Ελληνικό, οι διαθέσιμες μεγάλες κατοικίες προς ενοικίαση αυξήθηκαν κατά 31,8%, όμως η μέση ζητούμενη τιμή εκτινάχθηκε κατά 32,2%, φτάνοντας τα 20,77 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δηλαδή σχεδόν 2.700 ευρώ τον μήνα για μία κατοικία 130 τετραγωνικών μέτρων. Αντίθετα, σε περιοχές όπως το Ηράκλειο Κρήτης και το Κορωπί η προσφορά υποχώρησε σημαντικά, εξέλιξη που συνοδεύτηκε από νέες αυξήσεις στα ενοίκια.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική αγορά κατοικίας εξακολουθεί να λειτουργεί υπό καθεστώς έντονων πιέσεων. Παρά την αύξηση της προσφοράς σε επιμέρους περιοχές, η ζήτηση παραμένει ισχυρή και απορροφά γρήγορα τα διαθέσιμα ακίνητα, διατηρώντας τόσο τις τιμές πώλησης όσο και τα ενοίκια σε υψηλά επίπεδα.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η αγορά δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο ζήτημα περιορισμένου αποθέματος, αλλά και πρόβλημα προσιτότητας, καθώς η συνεχής άνοδος των τιμών καθιστά ολοένα δυσκολότερη την πρόσβαση των νοικοκυριών σε αγορά ή ενοικίαση κατοικίας, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις περιοχές με αυξημένη επενδυτική ζήτηση.
Περισσότερες ειδήσεις
Παμπάλαια τα 7 στα 10 φοιτητικά σπίτια που προσφέρονται προς ενοικίαση στην Αθήνα