Η συζήτηση για την ψυχική υγεία έχει περάσει πλέον στην καθημερινότητα εκατομμυρίων Ευρωπαίων. Στην Ισπανία, όμως, όσοι αποφασίζουν να ζητήσουν επαγγελματική βοήθεια βρίσκονται συχνά μπροστά σε ένα πολύ πιο πρακτικό εμπόδιο: δεν υπάρχουν αρκετοί κλινικοί ψυχολόγοι στο δημόσιο σύστημα.
Η χώρα διαθέτει περίπου 6 κλινικούς ψυχολόγους ανά 100.000 κατοίκους, έναντι περίπου 18 ανά 100.000 στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απόσταση αυτή μεταφράζεται σε μεγάλες λίστες αναμονής, ραντεβού με διαφορά εβδομάδων ή και μηνών και περιορισμένη δυνατότητα συνεχούς ψυχοθεραπευτικής παρακολούθησης.
Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται στην πράξη ένα σύστημα ψυχικής υγείας δύο ταχυτήτων: όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα και μπορούν να κάνουν συνεδρίες κάθε εβδομάδα ή δεκαπενθήμερο, ενώ όσοι εξαρτώνται αποκλειστικά από το δημόσιο σύστημα μπορεί να περιμένουν σημαντικά περισσότερο.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην αναμονή για το πρώτο ραντεβού.
Η ψυχοθεραπεία χρειάζεται συνέχεια και σταθερή επαφή, ωστόσο η έλλειψη επαγγελματιών οδηγεί αρκετούς ασθενείς του δημόσιου συστήματος σε συνεδρίες με απόσταση ακόμη και δύο ή τριών μηνών.
Ο κλινικός ψυχολόγος Francisco Gullón επισημαίνει ότι μια σειρά αποσπασματικών ραντεβού δεν μπορεί εύκολα να λειτουργήσει ως κανονική ψυχοθεραπεία, καθώς η θεραπευτική διαδικασία απαιτεί χρόνο, σχέση εμπιστοσύνης και συνέπεια.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η κατάσταση στις περιπτώσεις όπου η έγκαιρη παρέμβαση θα μπορούσε να αποτρέψει την επιδείνωση ενός προβλήματος. Παρ’ όλα αυτά, άνθρωποι που χρειάζονται άμεση ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν εβδομάδες ή μήνες.
Έτσι, το εισόδημα αποκτά καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στο αν κάποιος θα λάβει φροντίδα, αλλά και στο πόσο συχνά θα μπορεί να τη λαμβάνει.
Η έλλειψη κλινικών ψυχολόγων δεν αναμένεται να καλυφθεί άμεσα.
Στον τελευταίο κύκλο προσφέρθηκαν 293 θέσεις εκπαίδευσης Resident Intern Psychologist (PIR), μόλις 13 περισσότερες σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο.
Ακόμη και αν αυξηθούν οι θέσεις εκπαίδευσης, η επίδραση δεν είναι άμεση, καθώς η εξειδίκευση των μελλοντικών κλινικών ψυχολόγων διαρκεί τέσσερα χρόνια μέσα στο ισπανικό Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Οι ειδικοί ζητούν σταδιακή αύξηση του αριθμού των επαγγελματιών, ώστε η Ισπανία να πλησιάσει τα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Την ίδια στιγμή, η ζήτηση για υπηρεσίες ψυχικής υγείας έχει αυξηθεί σημαντικά.
Το άγχος, η κατάθλιψη, το στρες και η συναισθηματική ευεξία συζητούνται πλέον πολύ πιο ανοιχτά, ενώ περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν υποστήριξη όχι μόνο για ψυχικές διαταραχές, αλλά και για καταστάσεις όπως ένα πένθος, ένας χωρισμός, δυσκολίες στην εργασία ή οικογενειακές συγκρούσεις.
Η μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή της ψυχολογικής υποστήριξης αποτελεί πρόοδο, ωστόσο δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών.
Ο ψυχίατρος Kazuhiro Tajima προειδοποιεί παράλληλα ότι χρειάζεται προσοχή ώστε καθημερινές δυσκολίες της ζωής να μη μετατρέπονται αυτομάτως σε ιατρικές διαγνώσεις.
Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, δεν αποτελεί κάθε περίοδος λύπης κατάθλιψη, ούτε κάθε ανησυχία αγχώδη διαταραχή. Το ζητούμενο είναι να γίνεται σωστή διάκριση ανάμεσα στη φυσιολογική ανθρώπινη δυσφορία και στις περιπτώσεις που πραγματικά απαιτούν εξειδικευμένη θεραπεία.
Η Ισπανία έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να περιορίσει σημαντικά το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία και να κάνει περισσότερους ανθρώπους να ζητούν βοήθεια.
Η επόμενη πρόκληση, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι πολύ πιο χειροπιαστή: να υπάρχουν αρκετοί επαγγελματίες ώστε αυτή η βοήθεια να είναι πραγματικά διαθέσιμη όταν χρειάζεται.
Για τον Francisco Gullón, η πρόσβαση στην ψυχοθεραπεία δεν θα πρέπει να εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση του ασθενούς, αλλά από τις πραγματικές κλινικές ανάγκες του.
Περισσότερες ειδήσεις
Πόσα χρόνια υγιούς ζωής μπορεί να «κλέψει» η μοναξιά – Νέα μελέτη σε 277.000 ανθρώπους
Δεν ξέρεις τι να πεις σε έναν φίλο που περνά δύσκολα; 5 φράσεις που καλό είναι να αποφύγεις
«Τι θα γίνει αν…»: Οι 2 ερωτήσεις που βάζουν φρένο στην καταστροφολογία και το άγχος