Τα 315 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα για ένα κατάστημα πρώτης προβολής στην Ερμού, με αφορμή το πρόσφατο ρεπορτάζ του energodromio.gr, δεν είναι απλώς ένας ακόμη δείκτης της αγοράς ακινήτων. Είναι ένα μήνυμα για το πώς μετασχηματίζεται το λιανεμπόριο στις μεγάλες ελληνικές πόλεις.
Δεδομένου ότι η Ερμού παραμένει η ακριβότερη εμπορική τοποθεσία της χώρας, ενώ Γλυφάδα και Τσιμισκή ακολουθούν με 165 ευρώ ανά τ.μ, η τάση γίνεται πιο ξεκάθαρη. Τα καταστήματα υψηλής προβολής, σε περιοχές με επισκεψιμότητα και τουριστική κίνηση, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο αν η αγορά ανεβαίνει. Είναι ποιον εξυπηρετεί αυτή η άνοδος, ποιος μπορεί να συμμετέχει σε αυτήν και αν μεταφράζεται σε πιο ζωντανές και λειτουργικές πόλεις.
Για πολλά χρόνια, το φυσικό κατάστημα ήταν κυρίως το σημείο όπου γινόταν η συναλλαγή. Σήμερα, για αρκετές επιχειρήσεις, λειτουργεί και ως βιτρίνα, σημείο εμπειρίας, χώρος επαφής με το brand και εργαλείο προβολής.
Αυτό εξηγεί γιατί διεθνείς αλυσίδες, αλλά και ισχυρές ελληνικές επιχειρήσεις, επιμένουν στις κορυφαίες τοποθεσίες, παρότι το κόστος εγκατάστασης και λειτουργίας είναι υψηλό. Σε έναν δρόμο όπως η Ερμού, η αξία ενός καταστήματος δεν μετριέται μόνο από τις ημερήσιες πωλήσεις. Μετριέται και από την παρουσία του σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σημεία της Αθήνας.
Η εξέλιξη αυτή έχει θετική πλευρά. Μπορεί να φέρει επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας, ανακαινίσεις κτιρίων και καλύτερη αξιοποίηση του εμπορικού αποθέματος. Ταυτόχρονα, αυξάνει τις απαιτήσεις για την ποιότητα του δημόσιου χώρου: καθαριότητα, ασφάλεια, προσβασιμότητα, δημόσιες συγκοινωνίες και εύρυθμη τροφοδοσία καταστημάτων.
Ένας ακριβός εμπορικός δρόμος δεν παραμένει ισχυρός μόνο με υψηλά μισθώματα. Παραμένει ισχυρός όταν είναι εύκολο να τον επισκεφθείς, ευχάριστο να τον περπατήσεις και λειτουργικό να τον υποστηρίξεις επιχειρηματικά.
Η άλλη όψη της υψηλής ζήτησης είναι η πίεση στα περιθώρια κέρδους. Ένα ακριβό κατάστημα προϋποθέτει υψηλό τζίρο, αποτελεσματική λειτουργία και αντοχή στις περιόδους χαμηλότερης κατανάλωσης.
Δεν έχουν όλες οι επιχειρήσεις την ίδια δυνατότητα να απορροφήσουν ένα αυξημένο μίσθωμα. Οι μεγάλες αλυσίδες διαθέτουν κλίμακα, αναγνωρισιμότητα και συχνά μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη. Για μια μικρότερη, ανεξάρτητη επιχείρηση, το ίδιο μίσθωμα μπορεί να είναι απαγορευτικό.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός προβληματισμός. Αν οι πιο εμπορικές περιοχές γίνουν προσβάσιμες μόνο σε εταιρείες με μεγάλο κεφάλαιο και διεθνή παρουσία, υπάρχει ο κίνδυνος να περιοριστεί η εμπορική ποικιλία. Μια υγιής αγορά χρειάζεται και τα δύο: ισχυρές επενδύσεις που αναβαθμίζουν τον εμπορικό ιστό, αλλά και χώρο για επιχειρηματικότητα μικρότερης κλίμακας.
Η τουριστική δυναμική είναι σαφώς ένας βασικός μοχλός για το retail της Αθήνας και άλλων μεγάλων προορισμών. Στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 25,8% και οι αφίξεις κατά 20,9%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Οι επισκέπτες ενισχύουν την κατανάλωση σε εμπορικούς δρόμους, στην εστίαση, στην αναψυχή και σε υπηρεσίες. Η επίδρασή τους στις περιοχές υψηλής προβολής είναι άμεση.
Όμως, μια πόλη που βασίζει υπερβολικά τη λειτουργία της στον επισκέπτη κινδυνεύει να γίνει λιγότερο φιλική για τον κάτοικο. Η επιτυχία του εμπορικού κέντρου της Αθήνας δεν μπορεί να μετριέται μόνο από την αγοραστική δύναμη του τουρίστα. Πρέπει να κρίνεται και από το αν ο εργαζόμενος, ο κάτοικος και η μικρή επιχείρηση εξακολουθούν να έχουν θέση σε αυτό. Ο τουρισμός δίνει ώθηση. Δεν μπορεί, όμως, να αντικαταστήσει τη διαρκή αγοραστική δυνατότητα της εγχώριας οικονομίας.
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 8,1% τον Μάιο. Η αύξηση του κύκλου εργασιών στο λιανεμπόριο δείχνει ότι η αγορά συνεχίζει να κινείται.
Αυτά είναι θετικά δεδομένα. Δεν σημαίνουν, όμως, ότι η κατανάλωση είναι ανεξάντλητη ή ότι όλα τα τμήματα του retail έχουν την ίδια ανθεκτικότητα. Η πίεση στα οικογενειακά εισοδήματα παραμένει αισθητή, ιδιαίτερα στις δαπάνες που δεν θεωρούνται απολύτως αναγκαίες.
Γι’ αυτό και η επόμενη φάση του retail θα απαιτήσει μεγαλύτερη ακρίβεια στις επιλογές. Οι επιχειρήσεις θα χρειαστούν καταστήματα που προσφέρουν πραγματική επισκεψιμότητα και όχι απλώς ένα ακριβό ταχυδρομικό κώδικα. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα χρειαστούν μισθωτές με βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, όχι μόνο υψηλές αρχικές προσφορές.
Περισσότερες ειδήσεις
«Δίχως Ηλικία»: Πώς τα Public απαντούν στη μεγάλη δημογραφική πρόκληση της αγοράς
Δεύτερη «ζωή» από την Ergon σε διατηρητέο ακίνητο της οικογένειας Μπαρμπαλιά στην οδό Ερμού