Όταν το σεξ σε μια μακροχρόνια σχέση αρχίζει να αραιώνει ή να μοιάζει περισσότερο με υποχρέωση παρά με αυθόρμητη επιθυμία, η πρώτη σκέψη πολλών ζευγαριών είναι σχεδόν αναπόφευκτη: «Χάθηκε η σπίθα;». Οι ειδικοί απαντούν… όχι απαραίτητα.
Η ψυχοθεραπεύτρια και ειδικός σε θέματα σεξουαλικότητας και σχέσεων Rea Shahroudi υποστηρίζει ότι η μειωμένη ερωτική διάθεση δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι μια σχέση έχει αποτύχει ή ότι οι σύντροφοι έχουν πάψει να έλκονται ο ένας από τον άλλο. Συχνά, εξηγεί, πίσω από τη δυσκολία βρίσκονται προσδοκίες, άγχη και αντιλήψεις για το πώς «θα έπρεπε» να είναι το σεξ.
Και πολλές από αυτές τις αντιλήψεις έχουν διαμορφωθεί πολύ πριν υπάρξει η συγκεκριμένη σχέση.
Η ανατροφή, η οικογένεια και το πολιτισμικό περιβάλλον επηρεάζουν όσα θεωρεί κανείς φυσιολογικά, σωστά ή αποδεκτά γύρω από την οικειότητα. Έτσι, όταν δύο άνθρωποι γίνονται ζευγάρι, δεν συναντιούνται μόνο οι επιθυμίες τους, αλλά και δύο διαφορετικά «σενάρια» για το τι σημαίνει σεξ, εγγύτητα και έλξη.
Μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις, σύμφωνα με τη Shahroudi, είναι ότι η σεξουαλική επιθυμία θα πρέπει να εμφανίζεται ξαφνικά, έντονα και χωρίς προσπάθεια. Ταινίες, σειρές, βιβλία και social media έχουν κάνει την αυθόρμητη έκρηξη πάθους να μοιάζει σχεδόν με το μοναδικό «σωστό» μοντέλο.

Στην πραγματικότητα, όμως, για πολλούς ανθρώπους η επιθυμία λειτουργεί διαφορετικά: μπορεί να εμφανιστεί αφού προηγηθεί τρυφερότητα, επαφή, φλερτ ή ερωτικό παιχνίδι, αντί να υπάρχει εξαρχής.
Η ειδικός χαρακτηρίζει αυτή την προσδοκία περί μόνιμης αυθόρμητης επιθυμίας ως έναν από τους παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν σε λιγότερο σεξ στις μακροχρόνιες σχέσεις. Με απλά λόγια, το ότι κάποιος δεν αισθάνεται ξαφνικά πάθος ενώ διπλώνει τα ρούχα ή συζητά ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος δεν αποτελεί ακριβώς… ετυμηγορία για την αποτυχία της σχέσης.
Μια δεύτερη παγίδα εμφανίζεται όταν ένας σύντροφος αισθάνεται ότι είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την απόλαυση του άλλου.
Σύμφωνα με τη Shahroudi, αυτή η αντίληψη μπορεί να δημιουργήσει έντονο άγχος επίδοσης και τελικά να κάνει την ερωτική επαφή περισσότερο αγχωτική παρά ευχάριστη.

Η ίδια σημειώνει ότι δυσκολίες όπως η στυτική δυσλειτουργία ή η γρήγορη εκσπερμάτιση μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνδέονται με την είσοδο του άγχους στην κρεβατοκάμαρα και όχι απαραίτητα με απώλεια έλξης για τον σύντροφο.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο περισσότερο κάποιος νιώθει ότι «πρέπει να αποδώσει», τόσο δυσκολότερο μπορεί να γίνει το να αφεθεί πραγματικά στη στιγμή.
Υπάρχει και μια πιο παράδοξη πλευρά της μακροχρόνιας σχέσης.
Η οικειότητα, η ασφάλεια και η καθημερινή συνύπαρξη είναι στοιχεία που μπορούν να ενισχύσουν έναν δεσμό. Η ερωτική επιθυμία, όμως, τροφοδοτείται συχνά και από απόσταση, μυστήριο, αυτονομία και περιπέτεια.
Εκεί δημιουργείται αυτό που η Shahroudi περιγράφει ως ένα είδος διλήμματος της οικειότητας: όσο περισσότερο δύο ζωές μπλέκονται μεταξύ τους μέσα σε παιδιά, δουλειές, λογαριασμούς και καθημερινές υποχρεώσεις, τόσο ευκολότερο είναι η σχέση να περάσει σχεδόν αποκλειστικά σε «λειτουργία διαχείρισης».

Αυτό, τονίζει, δεν σημαίνει ότι κάτι έχει πάει στραβά. Σημαίνει όμως ότι το ζευγάρι μπορεί να χρειάζεται να δημιουργήσει ξανά χώρο για σύνδεση.
Και αυτό προϋποθέτει συζητήσεις που δεν περιστρέφονται μόνο γύρω από τα παιδιά, τα οικονομικά ή τις δουλειές του σπιτιού, αλλά και γύρω από όσα αρέσουν και δεν αρέσουν στον καθένα ερωτικά.
Η Shahroudi προτείνει στα ζευγάρια να μην αντιμετωπίζουν αυτομάτως μια περίοδο χαμηλής επιθυμίας ως σημάδι ότι η σχέση έχει «χαλάσει».
Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να εξετάσουν τι έχει αλλάξει, τι χρειάζεται ο καθένας και τι έχει μείνει ανείπωτο.
Η επανασύνδεση, σύμφωνα με την ίδια, απαιτεί να ξεφύγουν οι συζητήσεις από τη διαχείριση της καθημερινότητας και να γίνουν πιο ειλικρινείς γύρω από την επιθυμία και την οικειότητα.

Υπάρχει, ωστόσο, και μία σημαντική υποσημείωση: οι άνθρωποι αλλάζουν.
Η ειδικός επισημαίνει ότι με την πάροδο του χρόνου μπορεί να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τη σεξουαλικότητα, την επιθυμία ή ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Μια αλλαγή στον σεξουαλικό προσανατολισμό ή η αναγνώριση ότι κάποιος είναι demisexual ή asexual δεν αποτελεί, όπως σημειώνει, αυτομάτως «ελάττωμα» της σχέσης.
Γι’ αυτό και, όταν η επιθυμία έχει χαμηλώσει αισθητά, ίσως το πιο χρήσιμο ερώτημα δεν είναι αμέσως «τι αποδεικνύει αυτό για τη σχέση μας;», αλλά «τι προσπαθεί να μας πει;».
Περισσότερες ειδήσεις
«Μπορώ να είμαι σε σχέση και χωρίς σεξ»: Η απάντηση της Gen Z που σπάει ένα μεγάλο ταμπού
Τι να κάνετε 20 λεπτά πριν από το ραντεβού – Το «τελετουργικό» για καλύτερη πρώτη εντύπωση