MENU

Από τα 1.463 ευρώ στην Ελλάδα στα… 6.256 ευρώ στο Λουξεμβούργο – Πώς μεταφράζεται η «άνετη ζωή» σε μηνιαίο εισόδημα ανά χώρα της ΕΕ

Οι μεγάλες εισοδηματικές αποκλίσεις στην Ευρώπη και το πραγματικό βάρος της ακρίβειας, των ενοικίων και της έλλειψης αποταμιεύσεων

Στα 1.463 ευρώ καθαρά τον μήνα διαμορφώνεται στην Ελλάδα το εισοδηματικό όριο αναφοράς για έναν ενήλικα που ζει μόνος και επιδιώκει να ενταχθεί στην ανώτερη μεσαία εισοδηματική κατηγορία, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Euronews Business για το κόστος ζωής σε 34 ευρωπαϊκές χώρες.

Ωστόσο, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν συνυπολογίζονται οι διαφορές στις τιμές: Η Ελλάδα κατατάσσεται τρίτη από το τέλος μεταξύ των χωρών της ΕΕ σε όρους αγοραστικής δύναμης, με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη.

Η ανάλυση, που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat για το 2025, επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα πόσα χρήματα χρειάζεται ένα νοικοκυριό για να ζει σχετικά άνετα, χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς το 150% του εθνικού διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος. Πρόκειται για το κατώφλι εισόδου στην ανώτερη μεσαία εισοδηματική κατηγορία, σύμφωνα με την ταξινόμηση του ΟΟΣΑ, και όχι για ένα καθολικά αποδεκτό όριο οικονομικής άνεσης.

Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς τα απαιτούμενα εισοδήματα διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι όσοι κερδίζουν περισσότερα απολαμβάνουν και αντίστοιχα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο.

Η Ελλάδα των 1.463 ευρώ και η ευρωπαϊκή ψαλίδα

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα ανήλθε το 2025 σε 22.939 ευρώ ετησίως, δηλαδή περίπου 1.912 ευρώ τον μήνα. Για να φτάσει ένας ενήλικας που ζει μόνος στο 150% του συγκεκριμένου ποσού, χρειάζεται μηνιαίο καθαρό εισόδημα 2.867 ευρώ.

Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσό περιορίζεται στα 1.463 ευρώ, χαμηλότερα από την Πορτογαλία (1.808 ευρώ) και την Πολωνία (1.799 ευρώ), αλλά υψηλότερα από τη Βουλγαρία (1.108 ευρώ) και την Ουγγαρία (1.099 ευρώ).

Η απόσταση από τις οικονομικά ισχυρότερες χώρες είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Στο Λουξεμβούργο το αντίστοιχο εισοδηματικό όριο φτάνει τα 6.256 ευρώ τον μήνα, ενώ στην Ελβετία διαμορφώνεται στα 6.491 ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των 34 χωρών που εξετάστηκαν.

Ακολουθούν η Νορβηγία με 5.240 ευρώ, η Αυστρία με 4.568 ευρώ, η Δανία με 4.524 ευρώ, η Ιρλανδία με 4.392 ευρώ και η Ολλανδία με 4.308 ευρώ.

Μεταξύ των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ, η Γερμανία εμφανίζει το υψηλότερο όριο, στα 3.611 ευρώ, έναντι 3.307 ευρώ στη Γαλλία, 2.758 ευρώ στην Ιταλία και 2.546 ευρώ στην Ισπανία.

Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσά της ευρωπαϊκής κατάταξης καταγράφονται στη Βόρεια Μακεδονία (603 ευρώ), την Αλβανία (723 ευρώ), την Τουρκία (755 ευρώ), το Μαυροβούνιο (825 ευρώ) και τη Σερβία (975 ευρώ).

Πόσα χρειάζεται ένα ζευγάρι ή μια τετραμελής οικογένεια

Το απαιτούμενο εισόδημα μεταβάλλεται ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού, χωρίς όμως να αυξάνεται αναλογικά με τον αριθμό των μελών του.

Σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Eurostat, ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά χρειάζεται 1,5 φορά το εισόδημα ενός ενήλικα που ζει μόνος, καθώς μοιράζεται βασικές δαπάνες, όπως το ενοίκιο και η ενέργεια.

Έτσι, σε επίπεδο ΕΕ, το όριο αναφοράς διαμορφώνεται στα 4.301 ευρώ καθαρά μηνιαίως για ένα ζευγάρι, ενώ ανεβαίνει στα 6.021 ευρώ για μια οικογένεια με δύο παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.

Με την εφαρμογή των ίδιων συντελεστών στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα ποσά υπολογίζονται σε περίπου 2.195 ευρώ για ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά και 3.072 ευρώ για μια τετραμελή οικογένεια.

Αγοραστική δύναμη: Τρίτη από το τέλος η Ελλάδα στην ΕΕ

Η σύγκριση των εισοδημάτων αποκτά διαφορετική διάσταση όταν λαμβάνεται υπόψη το κόστος ζωής σε κάθε χώρα.

Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση χρησιμοποιεί και τη Μονάδα Αγοραστικής Δύναμης (PPS), έναν τεχνητό συγκριτικό δείκτη που εξουδετερώνει τις διαφορές στα επίπεδα τιμών και επιτρέπει την ουσιαστικότερη σύγκριση μεταξύ των χωρών.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, το εισοδηματικό όριο για έναν ενήλικα που ζει μόνος αντιστοιχεί σε 1.702 PPS, έναντι 2.830 PPS στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, η χώρα βρίσκεται στην τρίτη χαμηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών, ξεπερνώντας μόνο τη Ρουμανία (1.608 PPS) και την Ουγγαρία (1.495 PPS).

Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται το Λουξεμβούργο με 4.709 PPS, ενώ ακολουθούν η Αυστρία (4.048 PPS), η Ολλανδία (3.714 PPS) και το Βέλγιο (3.358 PPS) μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Η προσαρμογή των εισοδημάτων στην αγοραστική δύναμη περιορίζει τις αποκλίσεις, χωρίς όμως να τις εξαλείφει. Μεταξύ των 34 χωρών, η διαφορά από τη χαμηλότερη έως την υψηλότερη τιμή είναι περίπου 4,6 φορές σε PPS, έναντι 10,8 φορών όταν η σύγκριση γίνεται σε ευρώ.

Γιατί ένας υψηλότερος μισθός δεν εγγυάται άνετη ζωή

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η οικονομική άνεση δεν μπορεί να αποτυπωθεί αποκλειστικά μέσα από το ύψος του εισοδήματος.

Ο Sebastian Königs, ανώτερος οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, εκτιμά ότι τα περισσότερα νοικοκυριά με εισόδημα άνω του 150% της εθνικής διαμέσου μπορούν πιθανότατα να ζουν σχετικά άνετα. Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι οι διαφορές στο κόστος ζωής, ακόμη και μεταξύ περιοχών της ίδιας χώρας, μπορεί να είναι σημαντικές.

Αντίστοιχα, ο Koen Caminada, καθηγητής στο Leiden University, υπογραμμίζει ότι η ίδια σχετική εισοδηματική θέση δεν εξασφαλίζει την ίδια αγοραστική δύναμη σε διαφορετικές χώρες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το κόστος στέγασης, καθώς οι εθνικοί μέσοι όροι συχνά αποκρύπτουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ πόλεων και περιφερειών.

Παράλληλα, καθοριστικός παράγοντας είναι η περιουσιακή κατάσταση ενός νοικοκυριού. Κάποιος που διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του με χαμηλότερο εισόδημα, σε αντίθεση με έναν ενοικιαστή που αντιμετωπίζει υψηλές μηνιαίες στεγαστικές δαπάνες.

Η οικονομική ασφάλεια δεν μετριέται μόνο με τον μισθό

Σύμφωνα με τον Caminada, μια πραγματικά άνετη ζωή προϋποθέτει περισσότερα από την κάλυψη των πάγιων λογαριασμών. Ένα νοικοκυριό θα πρέπει να μπορεί να ανταποκρίνεται στις δαπάνες κατοικίας, διατροφής, ενέργειας και μεταφορών, να συμμετέχει στην κοινωνική ζωή, να διαθέτει χρήματα για αναψυχή και να αποταμιεύει.

Κυρίως, θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μια απρόβλεπτη δαπάνη ή μια προσωρινή απώλεια εισοδήματος χωρίς να βρεθεί αμέσως σε οικονομική δυσχέρεια.

Στην ίδια κατεύθυνση, ο Markus M. Grabka από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW Berlin) επισημαίνει ότι ακόμη και ένα εισόδημα υψηλότερο από το 150% της εθνικής διαμέσου δεν εξασφαλίζει από μόνο του οικονομική σταθερότητα, εάν δεν συνοδεύεται από κάποιο επίπεδο ιδιωτικής περιουσίας.

Η βασική διάκριση, επομένως, είναι ότι το 150% του διάμεσου εισοδήματος αποτελεί στατιστικό όριο εισοδηματικής κατάταξης και όχι εγγύηση αξιοπρεπούς ή άνετης διαβίωσης. Το πραγματικό επίπεδο οικονομικής ασφάλειας εξαρτάται επίσης από το κόστος ζωής, την πρόσβαση σε κατοικία, τις αποταμιεύσεις και τις οικονομικές υποχρεώσεις κάθε νοικοκυριού.

Περισσότερες ειδήσεις

Μετρούν και το… τελευταίο ευρώ, σε διαρκές «σαφάρι» προσφορών – Έτσι ψωνίζουν οι Έλληνες το 2026

Ενεργειακή ακρίβεια: «Φουσκωμένος» κατά 61,5 δισ. ευρώ ο λογαριασμός των νοικοκυριών στην ΕΕ

Μικρό σπίτι και παλιό κτίριο «ψηφίζει» η αγορά ενοικίου: Το 63% των μισθώσεων αφορά κατοικίες έως 75 τ.μ. – Ο παράγοντας «ανακαίνιση»

Σχετικά Άρθρα